Η πανδημία COVID-19 ήταν ανελέητη στην επιλογή νικητών και ηττημένων σε όλο τον κόσμο.

Οι προφανείς «χαμένοι» ήταν οι χώρες υπό την ηγεσία των δεξιών εθνικιστών: Βραζιλία, Ινδία, Ρωσία, Ηνωμένο Βασίλειο και (μέχρι πρόσφατα) οι Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτές οι πέντε χώρες ευθύνονται για περισσότερες από τις μισές μολύνσεις από τον κορονοϊό στον κόσμο και σχεδόν τους μισούς θανάτους.

Όπως προφανώς, οι «νικητές» ήταν οι χώρες της Ασίας και ειδικότερα της Άπω Ανατολής. Αν και η Κίνα και η Νότια Κορέα χτυπήθηκαν πολύ νωρίς από την πανδημία, κατάφεραν να ανακάμψουν. Πουθενά στην υπόλοιπη Άπω Ανατολή δεν εμφανίστηκε το ίδιο μέγεθος δυσμενών συνεπειών με την Ευρώπη ή την Αμερική. Η Ταϊβάν είχε λιγότερες από 1.000 μολύνσεις και μόνο 7 θανάτους. Το Βιετνάμ είχε περίπου 1.500 μολύνσεις και 35 θανάτους. Η Ταϊλάνδη είχε πάνω από 13.000 μολύνσεις, αλλά μόνο 75 θανάτους. Η Μογγολία είχε κάτω από 1.700 μολύνσεις και μόνο δύο θανάτους.

Ακόμη και οι λιγότερο «τυχερές» χώρες της περιοχής κατάφεραν να ελέγξουν την πανδημία καλύτερα από ό,τι η Δύση. Η Βιρμανία υπέστη πάνω από 130.000 μολύνσεις, αλλά μόλις λίγο περισσότερους από 3.000 θανάτους. Η Μαλαισία είχε 185.000 μολύνσεις, αλλά μόνο 700 θανάτους, ενώ η Ιαπωνία είχε πάνω από 360.000 μολύνσεις, αλλά κάτω από 5.200 θανάτους. Η Σιγκαπούρη είχε στην πραγματικότητα τον μεγαλύτερο κατά κεφαλή αριθμό λοιμώξεων στην περιοχή, αλλά έχει καταγράψει μόνο 29 θανάτους.

Οι δύο σχετικές εξαιρέσεις είναι οι Φιλιππίνες με πάνω από 500.000 μολύνσεις και 10.000 θανάτους, και η Ινδονησία με σχεδόν ένα εκατομμύριο λοιμώξεις και πάνω από 28.000 θανάτους. Όμως ακόμα και εκεί τα κρούσματα και οι θάνατοι ήταν, αναλογικά, αρκετά μικρότερα από αυτά που αντιμετώπισαν η Ευρώπη ή η Αμερική. Για να έχετε μια αίσθηση για το πόσο επιτυχημένες ήταν ακόμη και αυτές οι εξαιρέσεις, εάν η κυβέρνηση Trump είχε χειριστεί την πανδημία τόσο άσχημα όσο το χειρότερο ασιατικό έθνος τα αποτελέσματα θα ήταν πολύ καλύτερα. Ο Rodrigo Duterte είναι με πολλούς τρόπους ο Trump της Ασίας. Αλλά εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν καταφέρει να ακολουθήσουν το παράδειγμα των Φιλιππίνων, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αντιμετώπιζαν τώρα 1,5 εκατομμύριο κρούσματα και μόνο 30.000 θανάτους. Αλλά οι ΗΠΑ πριν από πολύ καιρό πέρασαν τα 25 εκατομμύρια κρούσματα και τις 400.000 θανάτους. Εάν η κυβέρνηση Trump αντιμετώπιζε την πανδημία τόσο επιτυχώς όσο το Βιετνάμ, οι ΗΠΑ θα είχαν πληγεί από λιγότερες από 5.000 μολύνσεις και λίγο περισσότερους από 100 θανάτους. Δεν είναι δίκαιο, μπορεί να πει κανείς, επειδή το Βιετνάμ είναι μια κομμουνιστική χώρα που μπορεί να επιβάλει δρακόντεια μέτρα και περιορισμούς χωρίς φόβο αντίδρασης. Εάν χρησιμοποιήσουμε την Ταϊβάν ως κριτήριο σύγκρισης, οι ΗΠΑ θα είχαν 15.000 μολύνσεις και λίγο περισσότερους από 100 θανάτους. Επίσης δεν είναι δίκαιο, μπορεί να πει κανείς, επειδή η Ταϊβάν είναι ένα νησί. Εντάξει, αν χρησιμοποιήσουμε τη Νότια Κορέα ως μέτρο σύγκρισης, οι ΗΠΑ θα είχαν 450.000 μολύνσεις και περίπου 8.000 θανάτους.

Όπως και αν το δει κανείς, οι ΗΠΑ είχαν χειρότερη εικόνα από κάθε χώρα της Ασίας. Εάν είχαν καταφέρει να αντιμετωπίσουν την κρίση εξίσου αποτελεσματικά με την ασιατική χώρα με τη χειρότερη απόδοση, σχεδόν 400.000 Αμερικανοί θα ζούσαν σήμερα.

Σύμφωνα με τους Παγκόσμιους Δείκτες Ασφάλειας Υγείας που κυκλοφόρησαν το 2019, οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν στην κορυφή όσον αφορά την ετοιμότητά τους να αντιμετωπίσουν μια πανδημία, από πλευράς υλικοτεχνικής υποδομής. Η αποτυχία της κυβέρνησης φαίνεται να είναι ο βασικός παράγοντας, ιδίως λαμβάνοντας υπόψη όλα τα λάθη που έκανε ο Trump από την πρώτη μέρα, τα λάθη που συνδύαζε με άγνοια, ανικανότητα και απόλυτη ανοησία.

Όμως ίσως η επίρριψη της ευθύνης στον Trump να είναι η εύκολη λύση. Πολλές από τις κυβερνήσεις στην Ασία έκαναν παρόμοια λάθη. Ο Duterte έχει επικριθεί ευρέως για καθυστερήσεις και λάθη. Ο ηγέτης της Νότιας Κορέας Moon Jae-in αντιμετώπισε εκκλήσεις για απομάκρυνση στις αρχές της κρίσης λόγω της αποτυχίας της κυβέρνησης να αποτρέψει τα πρώτα κρούσματα. Ίσως τουλάχιστον ένα μέρος του λάθους βρίσκεται αλλού: όχι στους πολιτικούς, αλλά στον εαυτό μας.

 

Ανατολή vs Δύση

Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991, η Δύση επιδόθηκε σε κάτι περισσότερο από απλή θριαμβολογία. Οι ειδήμονες διαγκωνίζονταν στην προσπάθειά τους να διαλαλήσουν ότι το άτομο είχε επικρατήσει του συνόλου, ο καπιταλισμός είχε νικήσει τον κομμουνισμό, και η Δύση ήταν η καλύτερη.

Πολλοί άνθρωποι στην Ασία, ωστόσο, είχαν διαφορετική άποψη. Ίσως θυμάστε τη συζήτηση τη δεκαετία του 1990 σχετικά με τις αξίες της «Ανατολής» έναντι της «Δύσης». Ο ηγέτης της Σιγκαπούρης, Lee Kuan Yew και ο πρωθυπουργός της Μαλαισίας, Mahathir Mohamad, και αρκετοί διανοούμενοι της περιοχής, ισχυρίστηκαν ότι οι ασιατικές χώρες είχαν ανώτερα αξιακά συστήματα από αυτά της Δύσης. Αντί για τις ασταθείς δημοκρατίες, την αναταραχή εξαιτίας των μαζικών κινημάτων για τα ανθρώπινα δικαιώματα ή το περιβάλλον και την ανάδειξη του ατόμου έναντι του συνόλου, η Ανατολή εκτιμούσε την αρμονία, την τάξη και το κοινό καλό. Αυτές οι αξίες, υποστήριξαν, κατέστησαν δυνατή, τη συνεχή οικονομική επιτυχία των Ασιατικών Τίγρεων (Χονγκ Κονγκ, Σιγκαπούρη, Νότια Κορέα και Ταϊβάν), τα προηγούμενα επιτεύγματα της Ιαπωνίας, την άνοδο της ηπειρωτικής Κίνας και τις προσπάθειες των αναδυόμενων μικρών τίγρεων (Ινδονησία, Μαλαισία, Ταϊλάνδη, Φιλιππίνες και Βιετνάμ). Η απόδειξη ήταν στην παραγωγικότητα.

Άλλοι, όπως η Kim Dae Jung της Νότιας Κορέας, η Aung San Suu Kyi της Βιρμανίας και η Amartya Sen της Ινδίας επισήμαναν ότι δεν υπάρχει τίποτα εγγενώς Δυτικό στα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία. Τόσο η Νότια Κορέα όσο και η Ταϊβάν, εξάλλου, εκδημοκρατίστηκαν χωρίς να υπονομεύσουν την οικονομική τους ανάπτυξη. Τα κινήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων είχαν μαζική απήχηση στη Βιρμανία, τις Φιλιππίνες και αλλού στην περιοχή. Μετά την ασιατική χρηματοπιστωτική κρίση του 1997, η οποία κατέστρεψε χώρες στην περιοχή, έγινε όλο και πιο δύσκολο να υποστηριχθεί ότι η Ανατολή ήταν απαλλαγμένη από τα ίδια οικονομικά προβλήματα που μαστίζουν τον καπιταλισμό στη Δύση.

Ως αποτέλεσμα, το στρατόπεδο «Ανατολικές αξίες» είδε της θέσεις του να εξασθενούν σταδιακά. Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ Ανατολής και Δύσης ήταν πλαστή, φέρνοντας στο μυαλό παλαιότερα στερεότυπα της Ανατολής.

Και όμως, σήμερα, η πανδημία έχει τραβήξει μια σαφή διαχωριστική γραμμή μεταξύ της Άπω Ανατολής και του υπόλοιπου κόσμου. Αυτό που είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό είναι ότι η διαχωριστική γραμμή δεν εξαρτάται από τη μορφή της κυβέρνησης-καθεστώτος. Οι χώρες που ήταν επιτυχημένες στην Ασία έχουν πολύ διαφορετικές μορφές διακυβέρνησης, από κομμουνιστικό (Βιετνάμ), έως δημοκρατικό (Ταϊβάν), έως στρατιωτική δικτατορία (Ταϊλάνδη). Επιπλέον, έχουν διαφορετικές ιστορίες, θρησκευτικά υπόβαθρα και σχέσεις με τις χώρες της Δύσης. Το μόνο πράγμα που μοιράζονται, φαίνεται ότι είναι η γεωγραφική θέση.

Μήπως πρέπει να αναστήσουμε τις «ανατολικές αξίες» για να εξηγήσουμε μια τόσο εντυπωσιακή διαφορά στα αποτελέσματα κατά τη διάρκεια της πανδημίας;

 

Τρεις λόγοι

Ο πιο σημαντικός λόγος για τον οποίο η Ασία αντέδρασε στην πανδημία με μεγαλύτερη σοβαρότητα και καλύτερα αποτελέσματα δεν σχετίζεται με την αρχαία ιστορία αλλά με την πιο πρόσφατη εμπειρία.

Το 2003, η περιοχή χτυπήθηκε από την επιδημία SARS. Οι πρώτες περιπτώσεις εμφανίστηκαν στη νότια Κίνα στα τέλη του 2002. Μέχρι τον Μάρτιο, ο τότε νέος κορονοϊός εμφανίστηκε επίσης στο Χονγκ Κονγκ και στο Βιετνάμ. Τελικά θα εμφανιστεί σε 29 χώρες και θα έχει ως αποτέλεσμα περισσότερους από 700 θανάτους. Τον Ιούλιο, μετά από μια άνευ προηγουμένου διεθνή συνεργασία, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ανακοίνωσε τον περιορισμό της επιδημίας.

Σκεφτείτε το SARS ως έναν ιό που διέγειρε το ανοσολογικό σύστημα της Ασίας. Το σύστημα έκανε υπερπροσπάθεια για να καταπολεμήσει τη μόλυνση. Μόλις η Ασία ξεπέρασε με επιτυχία τη νέα ασθένεια, παρέμεινε κάποια ανοσία. Αυτή η ανοσία δεν ήταν βιολογική υπό την έννοια ότι οι πληθυσμοί της περιοχής είχαν αντίσταση στους νέους κοροναϊούς. Συνίστατο σε αυξημένη συνειδητοποίηση του προβλήματος, ένα νέο σύνολο θεσμών και πρακτικών που αναπτύχθηκαν για την καταπολέμηση των μελλοντικών ξεσπασμάτων και μια ιστορική μνήμη σε μια γενιά πολιτικής ηγεσίας. Ο υπόλοιπος κόσμος, που απέφυγε το SARS, δεν ανέπτυξε αυτό το είδος ανοσίας.

Το δεύτερο πλεονέκτημα που έχουν οι ασιατικές χώρες είναι η συντονισμένη αντίδραση της κεντρικής κυβέρνησης. Μετά την αρχική άρνησή του να αναγνωρίσει το πρόβλημα, το Πεκίνο σύντομα ενεργοποιήθηκε, απέκλεισε τη Γιουχάν και άλλες εστίες και απαγόρευσε τις εσωτερικές μετακινήσεις πληθυσμού. Η Νότια Κορέα κινήθηκε γρήγορα για να δημιουργήσει ένα εθνικό σύστημα ελέγχων (tests) και ανίχνευσης. Η Ταϊβάν διέθεσε γρήγορα μάσκες, επέβαλε ένα άμεσο σύστημα καραντίνας και παρακολούθησε τους πολίτες ψηφιακά. Χώρες στην περιοχή με πιο χαλαρές κρατικές δομές, ομοσπονδιακού τύπου, όπως οι Ινδονησία, Φιλιππίνες, Μαλαισία, δεν ήταν σε θέση να αντιδράσουν γρήγορα και με συνέπεια. Αλλά ακόμη και αυτές μπορεί να θεωρηθεί ότι λειτούργησαν υποδειγματικά σε σύγκριση με τη Βραζιλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το τρίτο πλεονέκτημα, είναι εκείνο που πλησιάζει περισσότερο στην αναβίωση του επιχειρήματος «Ανατολικές αξίες», το ζήτημα της συμμόρφωσης.

Η νοοτροπία άρνησης της μάσκας, για παράδειγμα, που εμφανίζεται στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, δεν έχει πραγματικό αντίστοιχο στην Ασία. Μπορεί στην περιοχή να υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που έχουν προβλήματα με τις κυβερνήσεις τους και την κρατική εξουσία, μπορεί κάποιες χώρες, όπως η Νότια Κορέα, να χαρακτηρίζονται από έλλειψη εμπιστοσύνης των πολιτών προς το κράτος, όμως στο σύνολο σχεδόν των κρατών της Άπω Ανατολής  οι πολίτες έχουν μεγαλύτερο σεβασμό για την επιστήμη και τα κοινωνικά πρότυπα. Και εκείνοι που για οποιονδήποτε λόγο επιλέγουν να αγνοούν τις επιστημονικές συμβουλές και τα κοινωνικά πρότυπα, γρήγορα εξαναγκάζονται σε συμμόρφωση από το κοινωνικό σύνολο.

Όπως επισημαίνει ο Lawrence Wright στο σχόλιό του για την πανδημία (The New Yorker), η συνεπής χρήση μάσκας ξεχωρίζει ως καθοριστικός παράγοντας επιτυχίας στον περιορισμό της εξάπλωσης του ιού. «Το Χονγκ Κονγκ είναι μια από τις πιο πυκνοκατοικημένες  πόλεις του κόσμου, αλλά δεν υπήρχε κοινοτική εξάπλωση του ιού εκεί, επειδή σχεδόν όλοι φορούσαν μάσκες», γράφει. «Η Ταϊβάν, η οποία κατασκευάζει δέκα εκατομμύρια μάσκες την ημέρα για έναν πληθυσμό είκοσι τριών εκατομμυρίων, ήταν σχεδόν άθικτη. Και τα δύο μέρη γειτνιάζουν με την Κίνα, το επίκεντρο».

Το αντιεμβολιαστικό κίνημα  είναι επίσης αρκετά χαμηλό στην Ασία. Σύμφωνα με μια έρευνα του 2018, το 85% των ατόμων στην Ασία πιστεύουν ότι τα εμβόλια είναι ασφαλή, το υψηλότερο από οποιαδήποτε περιοχή στον κόσμο. Αν και οι αντιεμβολιαστές κατάφεραν να διαδώσουν τα μηνύματά τους στην Ασία, ήταν κυρίως στις δύο χώρες με τις χειρότερες επιδόσεις στην πανδημία: τις Φιλιππίνες και την Ινδονησία. Στις υπόλοιπες χώρες, τα επίπεδα εμβολιασμού είναι διαχρονικά υψηλά.

Δεν είναι απλώς σεβασμός στην επιστήμη ή ο φόβος της δημόσιας ντροπής. Η συμμόρφωση μπορεί επίσης να προέρχεται από μια ισχυρότερη αίσθηση του κοινού καλού. Δεν επικρατεί η αρμονία στην Ασία σαν ένα μέτωπο καλοκαιρίας. Άλλωστε δείτε την πολιτική πόλωση στην Ταϊλάνδη που οδήγησε σε πολλές μαζικές διαδηλώσεις και στρατιωτικά πραξικοπήματα. Ή η ταχεία εναλλαγή στην εξουσία διαφορετικών πολιτικών κομμάτων στην Ταϊβάν και τη Νότια Κορέα. Αλλά κάτω από τις μεγάλες διαιρέσεις σε αυτές τις κοινωνίες υπάρχει έντονο το αίσθημα ότι  κατά τη διάρκεια μιας κρίσης πρέπει να ενωθούμε και όχι να διαιρεθούμε.

Είναι αδύνατο να φανταστεί κανείς ένα σενάριο σε οποιαδήποτε ασιατική χώρα όπως αυτό που συνέβη στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τη διάρκεια της εξέγερσης στις 6 Ιανουαρίου στο Καπιτώλιο. Οι βουλευτές που εκκενώθηκαν από την αίθουσα συνεδριάσεων βρέθηκαν στριμωγμένοι σε ένα μικρό, κλειστό δωμάτιο χωρίς παράθυρα. Ωστόσο, ορισμένοι Ρεπουμπλικάνοι βουλευτές, αν και προφανώς δεν μπορούσαν να διατηρήσουν την κοινωνική απόσταση σε αυτόν τον στριμωγμένο χώρο, αρνήθηκαν να φορέσουν τις μάσκες που τους προσφέρθηκαν. Δεν μπορούσαν καν να προσποιηθούν ότι ενδιαφέρονται για την υγεία και την ασφάλεια των άλλων. Αυτή είναι, σε μικρογραφία, η αμερικανική απάντηση στην πανδημία: εγωισμός και ιδεολογική ακαμψία.

Είναι πολύ πιθανό ότι οι επιτυχημένες προσπάθειες των κυβερνήσεων της Ασίας και ειδικότερα της Άπω Ανατολής να περιορίσουν την πανδημία, θα οδηγήσουν στην αύξηση της εμπιστοσύνης, αν όχι στις κυβερνήσεις, τουλάχιστον σε κοινωνικούς φορείς και θεσμούς όπως οι ιατρικές αρχές, κάτι που ήδη φαίνεται σε πρόσφατη μελέτη από τη Νότια Κορέα. Από την άλλη πλευρά η Δύση συνεχίζει να βυθίζεται σε έναν φαύλο κύκλο δυσπιστίας τον οποίο δε μπορούν να σπάσουν ούτε οι εμβολιασμοί, ούτε η ανοσία της αγέλης ούτε και η αυτό- εξορία του Trump στη Φλόριντα.

Ξεχάστε τις λεγόμενες ανατολικές αξίες. Η Δύση πρέπει να εξετάσει πιο προσεκτικά τις δικές της αξίες, καθώς προφανώς δεν είναι κατάλληλες, επαρκείς και αποτελεσματικές για την αντιμετώπιση των προκλήσεων σε μια εποχή κρίσης.

πηγή: Foreign Policy in Focus

Ο John Feffer είναι ο διευθυντής του Foreign Policy In Focus και συγγραφέας του δυστοπικού μυθιστορήματος Frostlands.