Είναι γνωστό ότι το Μεσαίωνα άκμασαν –αν μπορούμε να πούμε έτσι– η αμάθεια και η παραβίαση του δικαίου. Τα κράτη διαιρούνταν σε τιμάρια, οι ιδιοκτήτες των οποίων, οι λεγόμενοι τιμαριώτες, ασκούσαν με τυραννικό, αυθαίρετο και απόλυτο τρόπο την εξουσία.

Οι βασιλιάδες (βασιλιάδες μόνο στο όνομα, δηλαδή) δεν μπορούσαν να επέμβουν υπέρ του λαού και ν’ αναχαιτίσουν τις καταχρήσεις των αρχόντων. Αυτή η κατάσταση πλήρους αναρχίας ενέπνευσε σε πολλούς γενναίους άντρες την ιδέα να αυτοανακηρυχθούν προστάτες των καταπιεσμένων και να διεκδικήσουν, με τα όπλα, το δίκαιο των αδυνάτων.

Αλλά, επειδή οι μεμονωμένες ενέργειες δεν έφερναν αποτέλεσμα, σχηματίστηκαν, σιγά-σιγά, σωματεία, ή, καλύτερα, τάγματα ιπποτικά, με αυστηρούς κανονισμούς. Το ιπποτικό σύστημα άρχισε ν’ αναφαίνεται ήδη από τον έκτο ή τον έβδομο αιώνα, αλλά διαμορφώθηκε και αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια του ενδέκατου αιώνα στη Γαλλία, απ’ όπου εξαπλώθηκε σε πολλές άλλες χώρες της Ευρώπης. Όπως είπαμε, ο αρχικός σκοπός του ιπποτισμού ήταν ευγενικός και φιλάνθρωπος –αλλά τι υπάρχει σ’ αυτό το μάταιο κόσμο που δεν αλλοιώνεται ή δεν ξεπέφτει, αργά ή γρήγορα; Έτσι και ο ιπποτισμός. Υποκύπτοντας σ’ αυτή την παγκόσμια ροπή, κατάντησε σύντομα συνώνυμος της αργίας, της μωρίας και της αγριότητας.

Ο ιππότης ήταν άνθρωπος διπλός, σιδερένιος απ’ έξω και σάρκινος από μέσα –συνεπώς, βαρύς, βαρύτατος. Γι’ αυτό και κυκλοφορούσε πάντοτε έφιππος –εξ ου και το όνομα ιππότης ή chevαlier, στα γαλλικά. Μοναδική του απασχόληση οι μονομαχίες. Κι επειδή στόχος κάθε μονομαχίας ήταν η πτώση του αντιπάλου από το άλογο και η εξόντωσή του, ο ιππότης ήταν εξοπλισμένος με όλα τα χρειαζούμενα: τετράπαχες λόγχες, ξίφη τεράστια, βαρύτατα ρόπαλα, τσεκούρια και τα σχετικά. Για να αμύνεται με επιτυχία, ήταν σιδερόφραχτος. Θώρακας από δω, ασπίδα από κει, προσωπίδα, περικεφαλαία, περισκελίδες, χειρίδες –όλα από χάλυβα. Οπλισμένος, λοιπόν, σαν αστακός, αποχαιρέταγε φίλους και συγγενείς, άφηνε τον πύργο του και ριχνόταν στην αναζήτηση επικίνδυνων αγώνων. Ευκαιρίες για κατορθώματα έδιναν, τότε, οι πόλεμοι εναντίον των Μαυριτανών, οι Σταυροφορίες κατά των Σαρακηνών και οι «τόρνοι» –δηλαδή, οι αγώνες που γίνονταν μόνο για διασκέδαση.

Ο ιππότης προκαλούσε σε μάχη οποιονδήποτε, γνωστό ή άγνωστο, συνάδελφό του. Αν τύχαινε, για παράδειγμα, να συναντηθούν δυο ιππότες διψασμένοι για αγώνα:

- «Πού πηγαίνεις;» έλεγε ο ένας.

- «Δε θα σου δώσω λογαριασμό» απαντούσε ερεθισμένος ο άλλος.

- «Α! Έχουμε και τέτοια; Στάσου, λοιπόν, να μετρηθούμε» ξανάλεγε ο πρώτος...

Και αμέσως ορμούσαν οι καλοί μας ήρωες, ο ένας εναντίον του άλλου, σαν λυσσασμένα σκυλιά. Ο νικητής, αν επιζούσε, γύμνωνε τον αντίπαλό του, τον έθαβε κάτω από ένα δέντρο και κρεμούσε πάνω από τον τάφο, ως τρόπαιο, την πανοπλία του νεκρού. Μετά, σκούπιζε καλά τα ματοβαμμένα όπλα του και γεμάτος περηφάνια έτρεχε να βρει νέο θύμα. Όσο πιο πολλούς έσφαζε, τόσο η δόξα του μεγάλωνε. Κι όταν, γέρος πλέον, επέστρεφε στον πύργο του, αναρτούσε στους τοίχους τα νικηφόρα όπλα και δίδασκε στα παιδιά του την τέχνη της ανθρωποκτονίας…

Αλλά δεν ήταν εύκολο ν’ αποκτήσει κανείς τον τίτλο του ιππότη –έπρεπε να μοχθήσει και να περάσει πολλές δοκιμασίες, ωσότου απολαύσει το ποθούμενο. Μετά τη διδασκαλία του πατέρα και την εξάσκηση στο σπίτι, ο νεαρός ασκούμενος έμπαινε στην υπηρεσία κάποιου γνωστού ιππότη, εκτελώντας χρέη ακόλουθου. Συνόδευε, δηλαδή, τον ιππότη, κρατούσε, στους περιπάτους, την ουρά του φορέματος της ερωμένης του αφεντικού του, σερβίριζε τα φρούτα, τα γλυκίσματα και τα ποτά, καταδίωκε έφιππος τα άγρια ζώα, κυνηγούσε πουλιά με το γεράκι κι έπαιρνε μέρος σε στρατιωτικά γυμνάσια. Παράλληλα με το σώμα, εξασκούσε και την ψυχή του, διδασκόμενος την ευσέβεια στα θεία, το σεβασμό στην τιμή και τη λατρεία στον έρωτα.

Κατά το δέκατο τέταρτο έτος της ηλικίας του, κρατώντας λαμπάδα και οδηγούμενος από τους γονείς του, ο ακόλουθος έμπαινε στο ναό, όπου ο ιερέας τού παρέδιδε, αφού πρώτα τα ευλογούσε, ξίφος και ζωστήρα. Με την τελετή αυτή, ο νεαρός προβιβαζόταν στο βαθμό του υπασπιστή και αποκτούσε αργυρούς πτερνιστήρες. Στη συνέχεια, έμπαινε και πάλι στην υπηρεσία του ίδιου ή κάποιου άλλου ιππότη, εκτελώντας, αυτή τη φορά, χρέη σωματoφύλακα. Επέβλεπε, δηλαδή, τα άλογα και τα όπλα του αφέντη του, κρατούσε τον αναβολέα όταν αυτός ήθελε να ιππεύσει, και τον συνόδευε στις εκστρατείες.

Ορισμένες φορές, ο υπασπιστής αναγορευόταν ιππότης στο πεδίο της μάχης. Συνήθως, όμως, η ανακήρυξη γινόταν επίσημα, με συνοδεία μεγάλης πομπής –και μάλιστα σε περίοδο γιορτών και πανηγυριών. Ο υποψήφιος γι’ αυτό το βαθμό έπρεπε να υποβληθεί προηγουμένως σε προσευχές, νηστείες και άλλες παραπλήσιες πράξεις μετανοίας. Στη συνέχεια κοινωνούσε, φόραγε λευκό χιτώνα (σύμβολο αγνότητας), λουζόταν σε θερμό λουτρό, αντικαθιστούσε τον λευκό με κόκκινο χιτώνα (δηλώνοντας, έτσι, ότι είναι πρόθυμος να χύσει το αίμα του υπέρ της θρησκείας), κούρευε τα μαλλιά του (ως ένδειξη υποταγής) και, τη νύχτα πριν από την ανακήρυξη, ξαγρυπνούσε και προσευχόταν, ή μόνος ή με συγγενείς και ιερείς. Όταν έφτανε η επίσημη ώρα, πήγαινε στο θυσιαστήριο, περιστοιχισμένος από ιππότες και υπασπιστές, και, αφού ο ιερέας ευλογούσε το ξίφος του, ο υποψήφιος γονάτιζε μπροστά στον ανάδοχό του, ο οποίος τον ρωτούσε:

- «Μήπως επιθυμείς να καταταγείς στο ιπποτικό τάγμα για να πλουτίσεις, να ζήσεις ζωή άνετη και τρυφηλή και να απολαμβάνεις τις τιμές χωρίς να σέβεσαι τις αρχές του ιπποτισμού; Αν είναι έτσι, τότε φύγε –είσαι ανάξιος».

Ο νεοφώτιστος απαντούσε:

- «Θα τιμώ και θα σέβομαι το Θεό, τη θρησκεία και τον ιπποτισμό».

Έπειτα ορκιζόταν, αγγίζοντας το ξίφος του αναδόχου του. Στη συνέχεια, οι παριστάμενοι ιππότες, οι κυρίες και οι νεαρές κοπέλες τού φόραγαν τα όπλα, το θώρακα, τις περικνημίδες, τις χειρίδες, το ξίφος και, τέλος, τους χρυσούς πτερνιστήρες –διακριτικό του νέου βαθμού του. Μετά, ο ανάδοχος τον χτυπούσε τρεις φορές με το πλατύ μέρος του ξίφους του στον ώμο και μια με το χέρι του στο μάγουλο, και έλεγε:

- «Εν ονόματι του Θεού, του αγίου Γεωργίου και του αγίου Μιχαήλ σε αναγορεύω ιππότη. Να είσαι γενναίος, ανδρείος και ενάρετος».

Ο νέος ιππότης απολάμβανε εξαιρετικά προνόμια, αλλά είχε και μεγάλα καθήκοντα. Όφειλε να πολεμά υπέρ του θρησκεύματος, των ιερέων και της περιουσίας του κλήρου, του ηγεμόνα και του άρχοντα που τον αναγόρευσε ιππότη. Έπρεπε να διεκδικεί το δίκαιο των αδύναμων, να μη σφετερίζεται ξένη περιουσία, να μην αποβλέπει σε χρηματική αμοιβή, αλλά μόνο στη δόξα και την αρετή, και να τηρεί πάντοτε τις υποσχέσεις του. Τον παραβάτη των ιερών αυτών κανόνων τον θεωρούσαν άτιμο, τον καθαιρούσαν δημοσίως και τον αφόριζαν.

Εκτός από τις υποσχέσεις που έδινε, ο ιππότης έκανε και διάφορες ευχές (ταξίματα). Ευχόταν, για παράδειγμα, ν’ ανέβει πρώτος στο εχθρικό τείχος ή να στήσει τη σημαία στον ψηλότερο πύργο της πόλης των εχθρών. Όχι σπάνια, όμως, οι ευχές ήταν γελοίες και αλλόκοτες: ευχόταν να τρώει με το αριστερό μόνο σαγόνι, να κοιμάται χωρίς να βγάζει την πανοπλία του, να φοράει στο λαιμό κρίκους και αλυσίδες μέχρι να ευοδωθεί κάποια επιχείρηση.

Ένας Πολωνός ιππότης έδεσε χέρια και πόδια με χρυσούς κρίκους και αλυσίδες και έταξε να μην απαλλαγεί από τα δεσμά του αν δε βρεθεί να τον λυτρώσει κάποιος ιππότης λαμπρής καταγωγής και άμεμπτης διαγωγής! Όταν, σε κάποιο συμπόσιο, ο βασιλιάς της Αγγλίας Εδουάρδος ο Τρίτος ευχήθηκε να εισβάλει, μέσα σε έξι χρόνια, στη Γαλλία και να στεφθεί βασιλιάς της στο ναό του αγίου Διονυσίου, ένας από τους ιππότες του παρακάλεσε την ερωμένη του να κλείσει με το χέρι της το δεξί του μάτι κι έταξε να μην το ανοίξει αν δεν πατήσει πρώτα σε γαλλικό έδαφος. Τόσο ενθουσιάστηκαν οι παρακαθήμενοι, ώστε και η ίδια η βασίλισσα, που ήταν τότε έγκυος, έταξε να μη γεννήσει πριν ο σύζυγός της εισβάλει στη Γαλλία και –άκουσον, άκουσον!– να σκοτώσει με μαχαίρι το βρέφος, αν κάνει το λάθος να γεννηθεί πριν από την ευλογημένη εκείνη ώρα!

Όπως είπαμε ήδη, ένα από τα σπουδαιότερα καθήκοντα των ιπποτών ήταν η αφοσίωση στο ωραίο φύλο. Ιππότης χωρίς ερωμένη ήταν πράγμα ασυμβίβαστο. Μάλιστα, η εκλεκτή της καρδιάς ενός ιππότη φρόντιζε να δημοσιοποιήσει με κάθε τρόπο τον έρωτά της. Η δημοσιοποίηση ήταν επιβεβλημένη ακόμα και στις περιπτώσεις που η ερωμένη ήταν έγγαμη. Οι εξωσυζυγικές σχέσεις μ’ έναν ιππότη ήταν αποδεκτές από την κοινωνία, και ο δυστυχής σύζυγος δεν είχε το δικαίωμα ούτε να παραπονεθεί ούτε να διεκδικήσει τη συζυγική κυριότητα.

Σε κάποια ιππομαχία, ο διάσημος ιππότης Βαγιάρδος αρνήθηκε να δεχτεί το έπαθλο του νικητή, προφασιζόμενος ότι χρωστούσε τη νίκη στη μαγική δύναμη της περιχειρίδας που του έδωσε η ερωμένη του. Μέχρις εδώ καλά! Αλλά ο ιππότης δεν έμεινε στην πρόφαση. Έσπευσε, ενώπιον όλων, να επιστρέψει, μαζί μ’ ένα πολύτιμο δαχτυλίδι, την περιχειρίδα στην εκλεκτή του, η οποία παρακολουθούσε τον αγώνα στρογγυλοκαθισμένη δίπλα στο σύζυγό της. Ο τελευταίος δεν διαμαρτυρήθηκε ούτε όταν η γυναίκα του, ανταποκρινόμενη στην προσφορά, είπε με δυνατή φωνή ότι θα φυλάξει το δώρο για όλη της τη ζωή, αποδεικνύοντας έτσι τον έρωτά της για τον ιππότη.

Όχι σπάνια, οι ιππότες ερωτεύονταν γυναίκες που κατοικούσαν σε μακρινές χώρες και τις οποίες δεν είχαν ποτέ τους γνωρίσει. Διηγούνται, για παράδειγμα, ότι κάποιος ιππότης ονόματι Γοδοφρέδος, ακούγοντας πολλά εγκώμια για μια κόμισσα που κατοικούσε στην Αντιόχεια, την ερωτεύτηκε παράφορα, την ανακήρυξε ερωμένη του και, τελικά, έκανε ολόκληρη εκστρατεία, με σταυροφόρους, για να τη δει και να της εκφράσει τον έρωτά του. Ασθένησε, όμως, βαριά κατά τη διάρκεια του διά θαλάσσης ταξιδιού και πέθανε μόλις βγήκε στη στεριά. Η «ερωμένη», μαθαίνοντας την άφιξή του, έτρεξε και άρχισε να λούζει με δάκρυα τον άγνωστο και ετοιμοθάνατο εραστή της, ο οποίος συνήλθε για μια στιγμή, άνοιξε τα μάτια του κι ευχαρίστησε το Θεό που τον άφησε να ζήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Όταν εξέπνευσε, η κόμισσα, μην μπορώντας ν’ αντέξει τη λύπη, έγινε καλόγρια.

Οι ερωτευμένοι ιππότες κουβαλούσαν πάντοτε μαζί τους μια κορδέλα, λίγες μπούκλες, κάποιο κόσμημα που τους δώρισε η ερωμένη τους, και ήταν πολύ περήφανοι όταν κατόρθωναν να διασώσουν ανέπαφο το δώρο έπειτα από κάποια αιματηρή συμπλοκή. Αν, πάλι, το έχαναν, οι ερωμένες (όσες τύχαινε να είναι παρούσες) έσπευδαν να το αντικαταστήσουν με κάτι άλλο, παροτρύνοντας έτσι για εκδίκηση. Σ’ έναν τέτοιο αγώνα, οι παριστάμενες κυρίες έδωσαν σιγά-σιγά στους μαχόμενους ιππότες όλα τους τα κοσμήματα, ώσπου, βλέποντας, τελικά, τους εαυτούς τους έτσι «γυμνούς», ξέσπασαν σε γέλια.

Ήταν τέτοια η επιρροή του ωραίου φύλου στους ιππότες και τόσο σπουδαία υπόθεση θεωρούσαν τον έρωτα, ώστε θεσπίστηκαν νόμοι που κανόνιζαν τις σχέσεις των εραστών μεταξύ τους και συγκροτήθηκαν δικαστήρια (Cours d' αmοur=ερωτοδικεία, αποτελούμενα από γυναίκες) που δίκαζαν τις ερωτικές διενέξεις κι έλυναν πολύπλοκα και σκοτεινά ζητήματα όπως το εξής:

- «Μπορεί να υπάρξει αληθινός έρωτας ανάμεσα σε συζύγους;».

Το δικαστήριο, στο οποίο προήδρευε η κόμισσα της Καμπάνας, αποφάνθηκε: «Αδύνατο! Κι αυτό γιατί οι παραχωρήσεις ανάμεσα στους εραστές γίνονται οικειοθελώς, χωρίς βία, χωρίς εξωτερική επίδραση, ενώ οι σύζυγοι υποχρεώνονται σ’ αυτές από το καθήκον και τους νόμους. Αλλά όπου υπάρχει βία δεν υπάρχει έρωτας. Αυτά αποφασίσαμε, έπειτα από ώριμη σκέψη και αφού προηγουμένως ακούσαμε τη γνώμη πολλών ευγενών κυριών, κι αυτά ας είναι, στο μέλλον, αλήθεια αναμφισβήτητη κι ας έχουν καθολική ισχύ. Εκδόθηκε το 1174 κτλ.».

Μετά την έκδοση της πιο πάνω απόφασης, ένας ιππότης ερωτεύτηκε κάποια που αγαπούσε άλλον. Όταν της εξομολογήθηκε τον έρωτά του, η κυρία, για να μην τον απελπίσει, του υποσχέθηκε ν’ ανταποκριθεί στα αισθήματά του ευθύς μόλις χαλαρώσουν οι σχέσεις της με τον τωρινό εραστή της. Στη συνέχεια, οι δυο εραστές ήρθαν σε γάμου κοινωνία. Ο ιππότης, όμως, έσπευσε ν’ απαιτήσει την εκπλήρωση της υπόσχεσης που του έδωσε η κυρία, ισχυριζόμενος ότι με το γάμο επήλθε η ποθούμενη χαλάρωση στις σχέσεις της με τον πρώην εραστή και νυν σύζυγό της. Η υπόθεση έφτασε, τελικά, στο ερωτοδικείο, το οποίο, επικαλούμενο την προαναφερθείσα απόφαση, δικαίωσε τον ιππότη και καταδίκασε την κυρία να εκπληρώσει την υπόσχεσή της και να γίνει ερωμένη του.

Με την πάροδο του χρόνου, τόσο πολύ ξέπεσε το ιπποτικό αξίωμα, ώστε ο καθένας μπορούσε εύκολα να το αποκτήσει. Λέγεται ότι ο Κάρολος ο Πέμπτος, την ημέρα της στέψης του στη Βονωνία, αναγόρευσε ιππότες όλους όσοι εξέφρασαν την επιθυμία, ακουμπώντας τους απλώς με την άκρη του ξίφους του και λέγοντας: «Esto miles» (= «Ας είσαι ιππότης»). Τόσο όμως αυξήθηκε το πλήθος των αιτουμένων και τόσο τον ενοχλούσαν φωνάζοντας «Μεγαλειότατε, μεγαλειότατε, και σ’ εμένα!», ώστε, αγανακτισμένος, στράφηκε προς τους αυλικούς του και τους είπε: «Δεν αντέχω πλέον!». Έπειτα, χαμηλώνοντας το ξίφος του, φώναξε στους παρευρισκόμενους: «Estote milites, estote milites, todos, todos!» (= «Ας είστε ιππότες, ας είστε ιππότες, όλοι, όλοι!»). Έτσι, αναγορεύτηκαν όλοι μονομιάς ιππότες και αποχώρησαν κατευχαριστημένοι.

Ένα αξίωμα, όμως, τόσο εξευτελισμένο δε θα μπορούσε να είναι της μόδας επ’ άπειρον. Έτσι, σιγά-σιγά, όχι μόνο έπαψε να είναι επιθυμητό, αλλά κατάντησε και τόσο απεχθές, ώστε στην Αγγλία, επί Εδουάρδου του Τρίτου και Ερρίκου του Τετάρτου, οι άνθρωποι πλήρωναν για να μη γίνουν ιππότες!…

 

Ο Γιώργος Βασιλείου-Μιχαήλ γεννήθηκε στην Ελευθερούπολη του νομού Καβάλας και ζει στη Θεσσαλονίκη. Από τις Εκδόσεις Πατάκη κυκλοφορούν τα βιβλία του:

  • Ανάμεσα στις εποχές (παραμυθιστορία), 1997,
  • Τον έλεγαν Μπόμπο (μυθιστόρημα για εφήβους και νέους, βραβευμένο από τον Κύκλο του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου), 1998,
  • Αμάρτημα και τιμωρία (επιλογή και αναδιήγηση μύθων της αρχαίας Ελλάδας), 1998,
  • Το εγχειρίδιο του καλού Παοκτσή (χιουμοριστικό), 1999,
  • Ομήρου Οδύσσεια (ανάλυση για την Α΄ Γυμνασίου), 2000.

Περισσότερα άρθρα και επικοινωνία