Η Εκπαίδευση στο Βυζάντιο δεν ήταν κρατικά οργανωμένη, όπως την εννοούμε σήμερα, ούτε ομοιόμορφη σ' όλη τη διάρκεια των έντεκα και παραπάνω αιώνων ζωής του Βυζαντίου.

Ακόμη, το Βυζαντινό Κράτος ποτέ δεν είχε για μεγάλη χρονική διάρκεια την ίδια έκταση ούτε οι πολίτες του είχαν ομοιογένεια. Έτσι, π.χ. κατά την πρώτη περίοδο, ένας υπήκοος του αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης μπορούσε να έχει γεννηθεί στην Αθήνα που κυριαρχούσε η ελληνική κλασσική παιδεία, ενώ άλλοι ζούσαν σε περιοχές όπου η εκπαίδευση είχε τα τοπικά της χαρακτηριστικά.

Ο θρησκευτικός παράγοντας που η επιρροή του ήταν τόσο έντονη, καθόρισε και το σκοπό της εκπαίδευσης στο Βυζάντιο: Βασική επιδίωξη ήταν η μόρφωση χριστιανών πολιτών, που να είναι σε θέση να εκπληρώνουν τα καθήκοντά τους προς την εκκλησία και την πολιτεία. Επειδή δεν υπήρχε εκ μέρους του κράτους οργανωμένο εκπαιδευτικό σύστημα, ούτε οι πολίτες είχαν υποχρέωση να στέλνουν τα παιδιά τους σε σχολεία, ο καθένας ενδιαφερόταν, ανάλογα με την οικονομική του κατάσταση, για τις σπουδές των παιδιών του, ενώ η πολιτεία και η εκκλησία φρόντιζαν μόνο για εκείνους που ήθελαν να τύχουν αγωγής και παιδείας. Έτσι η εκκλησία αναλάμβανε κυρίως τη στοιχειώδη εκπαίδευση, διδάσκοντας από μικρή ηλικία στα παιδιά τα Ιερά Γράμματα κι έχοντας ως βάση τη θρησκευτική διαπαιδαγώγηση, ενώ η Πολιτεία απ' την άλλη μεριά, ενδιαφέρθηκε περισσότερο για την «δευτεροβάθμια» εκπαίδευση απ' όπου θα έβγαιναν καταρτισμένα στελέχη για να υπηρετήσουν τις ανάγκες της διοίκησης του κράτους. Ωστόσο, η εκκλησία ασκούσε με πολλούς τρόπους, όχι μόνο κατά τη διάρκεια των πρώτων αιώνων αλλά και πολύ αργότερα, τον σημαντικό της ρόλο σ' όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης.

Το μεσοδιάστημα της βασιλείας του Ιουλιανού του Παραβάτη αποτελεί τη σύντομη διακοπή αυτής της επίδρασης: Από το δεύτερο έτος της βασιλείας του, ο Ιουλιανός άρχισε την εφαρμογή της εκπαιδευτικής του πολιτικής. Παρέδωσε την εκπαίδευση στους εθνικούς, υποστηρίζοντας την άποψη ότι η αμάθεια και η αγροικία είναι χαρακτηριστικά των χριστιανών. Έτσι, στις 17 Ιουνίου του 362 μ.Χ. σε νόμο-διάταγμά του καθόριζε ότι οι Χριστιανοί είχαν το δικαίωμα να διδάσκονται τα κλασσικά Ελληνικά Γράμματα, όμως έχαναν κάθε δικαίωμα να τα διδάσκουν οι ίδιοι. Κατά τον τρόπο αυτό, για τον χριστιανό διδάσκαλο-καθηγητή της εποχής του Ιουλιανού, διαγράφονταν οι εξής επιλογές: α) να αλλάξει την πίστη του για να μη χάσει τη δουλειά του, β) να διατηρήσει την πίστη του, αλλά να απολέσει τη θέση του, και γ) να προσαρμοστεί υποκριτικά στην απαίτηση του αυτοκράτορα και μεθοδικά να υπονομεύει την πίστη του στους θεούς ή να φανεί ουδέτερος προς την παλιά θρησκεία.

Γενικά, όλοι οι βυζαντινοί είχαν ιδιαίτερη εκτίμηση και σεβασμό προς την εκπαίδευση. Τη θεωρούσαν ως το πρώτο από τα αγαθά που μπορούσαν να κατέχουν και το οποίο δε θα τους «πρόδιδε» ποτέ. Γι' αυτό οι πατέρες φρόντιζαν για την εκπαίδευση των παιδιών τους. Τα παιδιά, μετά από τα έξι ή επτά τους χρόνια πήγαιναν στα σχολεία για να μάθουν τα πρώτα τους γράμματα που ονομάζονταν Προπαιδεία των μαθημάτων και πιο συχνά Ιερά Γράμματα, επειδή οι δάσκαλοι της στοιχειώδους εκπαίδευσης ήταν οι πιο πολλοί κληρικοί και μοναχοί και δίδασκαν το αλφάβητο, τον συλλαβισμό, την ανάγνωση και τη γραφή μέσα από εκκλησιαστικά, ως επί το πλείστον, κείμενα. Οι μαθητές διδάσκονταν, μ' αυτή τη μεθοδολογία, στοιχεία γραμματικής, αριθμητική, αρχαία ιστορία, μυθολογία, ωδική και θρησκευτικά. Εκείνος που δίδασκε τα πρώτα στοιχεία καλούνταν στοιχευτής ή γραμματιστής κι εκείνος που δίδασκε αριθμητική, δηλαδή το «ψηφίζειν», λεγόταν ψηφιστής.

Ειδικά κτίρια για τα σχολεία, και μάλιστα της στοιχειώδους εκπαίδευσης, δεν υπήρχαν. Ως αίθουσες διδασκαλίας χρησίμευαν δωμάτια στον περίβολο των εκκλησιών, σε νάρθηκες, όπως επίσης και σε οικήματα κοντά σε μοναστήρια.

 

«Εγκύκλια Παίδευση»

Μετά από τρία ή τέσσερα χρόνια το παιδί τέλειωνε το σχολείο του γραμματιστή, δηλαδή της πρώτης βαθμίδας, και όποιος ήθελε και μπορούσε να συνεχίσει τις σπουδές του πήγαινε στο σχολείο του Γραμματικού για την Εγκύκλιο Παίδευση. Η δεύτερη αυτή βαθμίδα ήταν ανώτερη από την προηγούμενη και οι γνώσεις που πρόσφερε ήταν απαραίτητες για κείνον που επεδίωκε να μπει σε κρατική υπηρεσία και με τον καιρό να πάρει ένα ανώτερο αξίωμα στην πολιτεία. Τα τρία, λοιπόν, στάδια της γνώσης και της μόρφωσης οδηγούσαν το μαθητή σε πνευματική και κοινωνική άνοδο και εξέλιξη.

Το πρώτο βασικό στάδιο της διδασκαλίας της γραμματικής είχε ως σκοπό την άριστη κατά το δυνατό γνώση της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Στη συνέχεια οι μαθητές άρχιζαν να μελετούν ποιητές. Από τους ποιητές προτιμούνταν οι επικοί, και κυρίως ο Όμηρος. Επίσης διδάσκονταν Ησίοδο, Πίνδαρο, Αρχίλοχο, τραγικούς (Αισχύλο, Ευριπίδη, Σοφοκλή), και αργότερα και κωμικούς (Αριστοφάνη). Κοντά σε αυτούς μελετούσαν και έργα χριστιανών ποιητών, όπως τα «έπη» του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού. Ακολουθούσε η διδασκαλία των πεζών συγγραφέων, Ξενοφώντα, Ηροδότου, Θουκυδίδη, Πλουτάρχου και άλλων, καθώς και της Ιστορίας, Πολιτικής και Εκκλησιαστικής.

Το δεύτερο στάδιο άρχιζε με την Ρητορική, για την οποία οι Βυζαντινοί είχαν εκτίμηση, διότι ήταν πολύ χρήσιμη μάθηση και τέχνη. Ήταν απαραίτητη γνώση τόσο για τους κληρικούς, που θα κήρυτταν το θείο λόγο από τον άμβωνα, όσο και τους πολιτικούς-διπλωμάτες, που θα έπρεπε να πείθουν στις διαπραγματεύσεις τους, και τους δικηγόρους, για να είναι πειστικοί στα δικαστήρια.

Το τρίτο στάδιο αποτελούσε η φιλοσοφία, ως επιστέγασμα της εγκύκλιας μόρφωσης. Σ' αυτό διδάσκονταν η Λογική, η Ηθική, η Δογματική και η Μεταφυσική. Στη Φιλοσοφία ανήκαν τα μαθηματικά ή αλλιώς η «Μαθηματική επιστήμη» και η τετρακτύς: η Αριθμητική, η Μουσική, η Γεωμετρία και η Αστρονομία.

Αναγκαίο μάθημα ακόμη ήταν η Οξυγραφία ή Σημειογραφία, δηλαδή στενογραφία και ταχυγραφία, διότι για να γίνει κάποιος γραμματέας (Νοτάριος) στο δημόσιο έπρεπε να ξέρει να γράφει γρήγορα και σωστά ό,τι του υπαγόρευαν.

Η φοίτηση στα σχολεία της εγκύκλιας εκπαίδευσης διαρκούσε τέσσερα έως πέντε χρόνια. Όσοι τελείωναν και ένιωθαν τις δυνάμεις τους αρκετές, είχαν το δικαίωμα να πάνε στην ανώτατη ή πανεπιστημιακή εκπαίδευση για περισσότερες ακόμη σπουδές.

Η εκκλησία και η πολιτεία είχαν πολλές απαιτήσεις από τους δασκάλους και τους καθηγητές. Ζητούσαν να γνωρίζουν πολύ καλά τα αντικείμενα της διδασκαλίας τους, να είναι πράοι και φιλάνθρωποι, πρότυπα αρετής διδάσκοντας με το παράδειγμά τους. Να αγαπούν τους μαθητές και να θυσιάζονται για αυτούς. Αν και οι απαιτήσεις ήταν πολλές, οι αμοιβές ήταν μικρές. Προσπαθούσαν με κάποιους «συνδυασμούς» να βελτιώσουν την κατάστασή τους, όμως έμεναν φτωχοί. Κατά την διάρκεια του σχολικού έτους υπήρχαν πολλές γιορτές που διέκοπταν τα μαθήματα και ξεκούραζαν τους μαθητές.

 

Η παιδεία και οι γυναίκες.

Πάντως, οι γνώσεις μας για την παιδεία των αγοριών στο Βυζάντιο είναι αρκετές, οπωσδήποτε περισσότερες από όσα γνωρίζουμε για την εκπαίδευση των κοριτσιών. Οι ιστορικές πηγές γύρω από αυτό το θέμα είναι περιορισμένες. Έτσι δεν γνωρίζουμε με πληρότητα τι δυνατότητες υπήρχαν για την μόρφωση των γυναικών, αν και στη Βυζαντινή Ιστορία αναφέρονται πολλές μορφωμένες γυναίκες.

Μερικοί ιστορικοί θεωρούν ότι δεν υπήρχαν πουθενά σχολεία γυναικών στο Βυζάντιο και κατά κανόνα τα κορίτσια δεν είχαν την ίδια εκπαίδευση με τους άνδρες. Άλλοι όμως ιστορικοί, ερευνώντας τις πηγές, διαπίστωσαν ότι ήδη από τον 4ο αιώνα υπήρχαν δάσκαλοι κοριτσιών και ήταν δυνατό στις μεσαίες κοινωνικές τάξεις να τα στέλνουν μαζί με τα αγόρια στο σχολείο του Γραμματιστή (στοιχειώδης εκπαίδευση), για να μάθουν να γράφουν και να διαβάζουν. Είναι βέβαιο ακόμα ότι τα κορίτσια, που ανήκαν σε πλουσιότερες τάξεις, έπαιρναν την ίδια περίπου μόρφωση με τα αδέρφια τους καθώς η διδασκαλία γινόταν στο σπίτι από ιδιωτικούς δασκάλους, αλλά οι γυναίκες δεν μπορούσαν να πάνε σε ανώτατο Πανεπιστήμιο. Παρ' όλες αυτές τις δυσκολίες, συναντούμε πολλές φωτισμένες γυναίκες με ευρύτατη πνευματική καλλιέργεια όπως η Υπατία (370-415 μ.Χ.) στην Αλεξάνδρεια, φαινόμενο μοναδικό πανεπιστήμονος γυναίκας, η Πουλχερία, η αδερφή του Θεοδοσίου Β΄, και η σύζυγός του Αθηναίδα-Ευδοκία, κόρη του Αθηναίου φιλοσόφου Λεοντίου (Ε΄ αιώνος), η οποία συντέλεσε στη σύνταξη των νόμων του, η ποιήτρια Κασσιανή (Θ΄ αιώνος), σπουδαία υμνωδός της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η μεγάλη ιστορικός Άννα η Κομνηνή, συγγραφέας του ιστορικού έργου Αλεξιάς, όπου εξιστορεί τα συμβάντα κατά τη διάρκεια της βασιλείας του πατέρα της Αλεξίου Α΄ του Κομνηνού. Αυτή ήταν ερασιτέχνης γιατρός και, σύμφωνα με τις πηγές, γνώριζε τόσα πολλά για την ιατρική, όσα κι ένας επαγγελματίας γιατρός. Κι άλλες γυναίκες, εκτός από την παραπάνω, υπήρχαν, που είχαν αρκετές και σοβαρές γνώσεις Ιατρικής και εργάζονταν, όπου όμως είχαν ίση θέση δίπλα στους άνδρες συναδέλφους τους.

 

Τα Ανώτερα Πνευματικά Ιδρύματα.

Πολύ πριν ιδρυθεί το πρώτο πανεπιστήμιο στην Κωνσταντινούπολη, πολλές άλλες πόλεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ήταν φημισμένες για τις ανώτερες και ανώτατες σχολές τους, όπως η Αθήνα για την ακαδημία της, σπουδαία φιλοσοφική σχολή, η Αλεξάνδρεια για το Μουσείο της, όπου διδάσκονταν η φιλοσοφία, τα μαθηματικά, η ιατρική κ.λ.π. Αξιόλογα πνευματικά κέντρα υπήρχαν επίσης στη Συρία, όπως η Βηρυτός με την περίφημη νομική σχολή, που ο μέγας ρήτορας Λιβάνιος την ονόμαζε «Μητέρα των Νόμων», η Αντιόχεια και η Έδεσσα με τις Θεολογικές σχολές και η Γάζα της Παλαιστίνης με την φημισμένη σχολή ρητόρων και ποιητών, που συνέβαλε ιδιαίτερα στην πρόοδο της σκέψης και της φιλολογίας της εποχής εκείνης.

Η Κωνσταντινούπολη, όταν έγινε πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, δεν διέθετε εκπαιδευτική παράδοση. Είναι βέβαιο, όμως, ότι πολλοί γραμματικοί, ρήτορες, ίσως και φιλόσοφοι, συγκεντρώθηκαν εκεί. Γι' αυτό, εξάλλου, υπάρχουν αρκετοί που θεωρούν ότι η οργάνωση της ανώτερης εκπαίδευσης άρχισε από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Αυτό, όμως, δεν βεβαιώνεται από συγκεκριμένες μαρτυρίες. Αντίθετα, γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η Κωνσταντινούπολη έγινε πνευματική πρωτεύουσα στους χρόνους του Κωνσταντίνου Β΄(337-361), καθώς συγκεντρώθηκαν πολλοί διάσημοι δάσκαλοι, που άνοιξαν εκεί σχολές και προσέλκυσαν πολλούς ακροατές. Οι πιο σπουδαίοι ήταν ο Λιβάνιος και ο Θεμίστιος, ειδωλολάτρες και οι δύο. Ο τελευταίος μάλιστα, ως καθηγητής της φιλοσοφίας, κατέστησε την Κωνσταντινούπολη τόπο παιδείας (κοινόν παιδεύσεως καταγώγιον), όπως γράφει σε επιστολή του προς τη Σύγκλητο της Κωνσταντινούπολης ο ίδιος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος.

Στον τομέα της παιδείας άξιος διάδοχος του Κωνσταντίνου στάθηκε ο Ιουλιανός που με την αγάπη του για τα αρχαία γράμματα και την ώθηση που έδωσε στην ανάπτυξη της κλασικής παιδείας κατέστησε οριστικά την Κωνσταντινούπολη πρωτεύουσα πνευματική πόλη.

Φυσική συνέπεια όλων αυτών υπήρξε η δια νόμου ίδρυση του πρώτου κρατικού «Πανεπιστημίου» στην Πόλη με το όνομα «Πανδιδακτήριον». Το Φεβρουάριο (26) του 425 ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος Β΄ ο Μικρός, εξέδωσε το περίφημο διάταγμα, που κανόνιζε όλα όσα αφορούσαν την ανώτατη αυτή Σχολή. Στην ίδρυση του «Πανδιδακτηρίου» συνέβαλαν, φαίνεται, δύο γυναίκες, η μεγαλύτερη αδελφή του Θεοδοσίου Πουλχερία και η σύζυγός του. Και οι δύο ήταν πολύ μορφωμένες και αγαπούσαν τα Ελληνικά γράμματα. Στο Πανδιδακτήριο διδάσκονταν η φιλολογία, η ρητορική και το ρωμαϊκό δίκαιο, η γραμματική και η φιλοσοφία, όχι όμως και η Θεολογία ,η οποία διδάσκονταν στην Πατριαρχική Σχολή πολύ νωρίς (5ο αιώνα). Το Πανδιδακτήριο από τότε που ιδρύθηκε και σε όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του πέρασε πολλές περιπέτειες. Διάφορα γεγονότα, πόλεμοι, επαναστάσεις, θρησκευτικές έριδες, επηρέασαν την πορεία της ανώτατης παιδείας. Έτσι ο σφετεριστής του θρόνου με στρατιωτική εξέγερση αυτοκράτορας Φωκάς (602-610) έκλεισε το Πανδιδακτήριο, το οποίο -όμως- αναβίωσε αμέσως από τον Ηράκλειο (610-641). Την περίοδο της εικονομαχίας διαταράχτηκε σοβαρά η λειτουργία του αλλά δεν έκλεισε. Έτσι οι Ίσαυροι φαίνεται πως το ονόμασαν «Οικουμενικόν Διδασκαλείον».

Τον 6ο αιώνα ο Ιουστινιανός Α΄, επιθυμώντας να κυβερνά σε ένα κράτος χριστιανικό, απαγόρευσε την ειδωλολατρία. Έτσι έκλεισε τις φιλοσοφικές σχολές των Αθηνών επειδή ήταν προπύργιο της ειδωλολατρικής παιδείας. Ωστόσο ο ίδιος δεν έθιξε την άλλη φιλοσοφική σχολή της Αλεξάνδρειας, το «Μουσείον», αλλά αντίθετα την ενίσχυσε. Μεγάλη ώθηση έδωσε επίσης στις νομικές σπουδές αυξάνοντας στο πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης τη διδασκαλία τους σε πέντε χρόνια.

Αργότερα, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Μιχαήλ Γ΄, έγινε μια σοβαρή πρόοδος στον τομέα της ανώτερης εκπαίδευσης. Τότε ο Καίσαρας Βάρδας ίδρυσε και οργάνωσε ανώτατη σχολή όπου διδάσκονταν η «έξω σοφία» ή «θύραθεν παιδεία». Η φοίτηση ήταν για τους σπουδαστές δωρεάν. Επειδή αυτό το νέο πνευματικό ίδρυμα εγκαταστάθηκε στο ανάκτορα της Μαγναύρας πήρε το όνομά του από αυτό και έγινε γνωστό ως Πανδιδακτήριο της Μαγναύρας. Σπουδαίες πνευματικές μορφές της εποχής συνδέθηκαν με το ίδρυμα αυτό, όπως ο Λέων μαθηματικός και φιλόσοφος, που διετέλεσε διευθυντής του και ο Φώτιος ο Πατριάρχης που -πιθανότατα- δίδαξε εκεί, και ο Κωνσταντίνος-Κύριλλος -απόστολος των Σλάβων- που φοίτησε εκεί.

Στα χρόνια του Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογέννητου το Πανεπιστήμιο της Μαγναύρας αναδιοργανώνεται. Ο λόγιος αυτός βασιλέας, συνεχίζοντας με ζήλο την πολιτιστική παράδοση ανακαίνισε το Πανδιδακτήριο και πρόσφερε υλική και ηθική ενίσχυση σε διδάσκοντες και σπουδαστές.

Κατά τον 11ο αιώνα η ανώτερη μόρφωση είχε παραμεληθεί. Μια ομάδα πνευματικών ανθρώπων με επικεφαλής τον Μιχαήλ Ψελλό ζήτησε να γίνουν μεταρρυθμίσεις στην ανώτατη εκπαίδευση. Απαιτούσαν να ιδρυθεί ένα είδος νομικού Λυκείου ή Ακαδημίας, ξεχωριστά από την φιλοσοφική σχολή γενικής μόρφωσης. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Θ΄ ο Μονομάχος (1042-1055) μεταρρύθμισε με διάταγμα το Πανδιδακτήριο ιδρύοντας δύο ξεχωριστές σχολές, τη Νομική σχολή με το όνομα «Διδασκαλείον των νόμων» και την Φιλοσοφική με το όνομα «Γυμνάσιον». Σκοπός της πρώτης ήταν να διδάσκεται συστηματικά η νομική επιστήμη για τη δημιουργία ολοκληρωμένων νομικών δικαστών και κρατικών υπαλλήλων. Διευθυντής της έγινε ο Ιωάννης Ξιφιλίνος, ο Νομοφύλαξ του κράτους. Τη Φιλοσοφική σχολή διηύθυνε ο περίφημος Μιχαήλ Ψελλός. Σε αυτή διδάσκονταν κλασικοί συγγραφείς, ρητορική, διαλεκτική, μαθηματικά, αστρονομία, θεωρητική μουσική και θεολογία. Η σχολή αυτή έδωσε τεράστια ώθηση στη διανοητική ανάπτυξη και την φιλοσοφική σκέψη στο Βυζάντιο.

Οι πανεπιστημιακές αυτές σχολές λειτούργησαν μέχρι τις αρχές του 13ου αιώνα προσφέροντας πάρα πολλά. Με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους (1204) και την ίδρυση της αυτοκρατορίας της Νίκαιας, οι αυτοκράτορές της σκέφτηκαν, για να «επανιδρύσουν» την εκπαιδευτική παράδοση, να μεταφέρουν την ανώτερη παιδεία στη Νίκαια. Εκεί, έλαβαν μέτρα ενίσχυσης των γραμμάτων και των επιστημών με την ίδρυση βιβλιοθηκών και την πρόσκληση σπουδαίων καθηγητών της ιατρικής, των μαθηματικών, της ρητορικής κ.ά. Ο Ιωάννης Βατάτζης (1225-1254), αυτοκράτορας της Νίκαιας ίδρυσε και σχολή Φιλοσοφίας υπό τη διεύθυνση του Νικηφόρου Βλεμμύδη, ενός από τους πιο αξιόλογους φιλοσόφους του Βυζαντίου. Η Νίκαια την εποχή εκείνη έγινε σπουδαίο κέντρο σπουδών και έφτασε σε μεγάλη ακμή.

Η προσπάθεια να διατηρηθεί η ανώτατη εκπαίδευση συνεχίστηκε και μετά την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Βυζαντινούς (1261). Ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος (1261-1282) ανέθεσε στο Γεώργιο Ακροπολίτη, μεγάλο Λογοθέτη, να αναλάβει τη διεύθυνση του ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος ως καθηγητής της αριστοτελικής φιλοσοφίας και στον Γεώργιο Παχυμέρη να διδάξει στο «Οικουμενικόν Διδασκαλείον» την Κωνσταντινούπολης τα ανώτερα μαθήματα της «τετρακτύος», δηλαδή αριθμητική, γεωμετρία, αστρονομία και μουσική. Ο Ανδρόνικος Β΄ ο Παλαιολόγος (1282-1328) όρισε τον Θεοδόσιο Μετοχίτη, έναν από τους σπουδαιότερους συγγραφείς του Βυζαντίου να προΐσταται της ανώτατης παιδείας.

Τέλος, επί Ιωάννη Η΄ του Παλαιολόγου (1425-1448) ιδρύθηκε το τελευταίο πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης, το «Καθολικόν Μουσείον» από τον Ιωάννη Αργυρόπουλο (1415-1487), λόγιο και κληρικό, έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες σοφούς που συντέλεσε στην αναγέννηση των κλασικών σπουδών στην Ιταλία. Αυτός δίδαξε στο πανεπιστήμιο της Πάδοβας (1441-1444) πριν έρθει να διδάξει στην Κωνσταντινούπολη. Στο ίδρυμα αυτό δίδαξε επίσης ο Γεώργιος Σχολάριος (1405-1468), ανώτερος δικαστής, μέλος της συγκλήτου και μετά την άλωση ο οικουμενικός πατριάρχης με το όνομα Γεννάδιος.

Τέλος, πρέπει να αναφερθούν οι σπουδαίοι βυζαντινοί ποιητές, όπως ο Ρωμανός ο μελωδός, ο αποκαλούμενος Πίνδαρος και Δάντης της Βυζαντινής υμνογραφίας, ο Ανδρέας επίσκοπος Κρήτης, ο Κοσμάς ο μελωδός και ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο μεγάλος εκκλησιαστικός συγγραφέας, εξαιρετικός υμνογράφος και πατέρας της σχολαστικής φιλοσοφίας, που βοηθούν στην πνευματική ανάκαμψη της αυτοκρατορίας κατά τις δύσκολες εποχές του 7ου, 8ου, και 9ου αιώνα. Η περίοδος αυτή περιλαμβάνει επίσης σπουδαίους ανθρώπους του πνεύματος όπως ο Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Πατριάρχης Σέργιος και ο μεταγενέστερος Θεόδωρος Στουδίτης, ο οποίος οργάνωσε στο μοναστήρι του Στουδίου κέντρο αντιγραφής βιβλίων και αρχαίων κωδίκων. Όλοι αυτοί θα οδηγήσουν στην αναγέννηση των γραμμάτων και στην εμφάνιση του πρώτου βυζαντινού ανθρωπισμού.

 

A IliadiΗ Αμαλία Κ. Ηλιάδη γεννήθηκε στα Τρίκαλα Θεσσαλίας το 1967. Είναι φιλόλογος-ιστορικός και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος Βυζαντινής Ιστορίας απ' το Α.Π.Θ. Εργάζεται ως καθηγήτρια στη Μέση Εκπαίδευση απ' το 1992. Παράλληλα ασχολείται με την ποίηση και τη ζωγραφική. Ενδιαφέρεται, έμπρακτα και διακαώς, για την επέκταση και διεύρυνση της πνευματικής καλλιέργειας και της καλλιτεχνικής ευαισθησίας, πρωτίστως των μαθητών της, και δευτερευόντως όλων των ανθρώπων.

Περισσότερα άρθρα και επικοινωνία