Τεχνολογικές εξελίξεις στην κατασκευή υποβρυχίων

Το Κ-512 Томск (Π949Α Oscar IΙ SSGN) Το Κ-512 Томск (Π949Α Oscar IΙ SSGN)

Τα υποβρύχια (Υ/Β) που έλαβαν μέρος στους δύο παγκόσμιους πολέμους ήταν ουσιαστικά σκάφη επιφανείας με δυνατότητες υποθαλάσσιας πλεύσης για περιορισμένα χρονικά διαστήματα. Συνήθως χρησιμοποιούσαν τη δυνατότητά τους αυτή στην τελική φάση της προσέγγισης ενός στόχου και στη φάση της διαφυγής μετά την επίθεση. Κύρια αποστολή τους ήταν η παρενόχληση των θαλασσίων συγκοινωνιών και λιγότερες ήταν οι περιπτώσεις που χρησιμοποιήθηκαν εναντίον πολεμικών επιφανείας.

Η υποβρύχια κίνηση επιτυγχανόταν με τη χρήση μπαταριών. Το γεγονός αυτός υπέβαλε τα Υ/Β σε σημαντικούς περιορισμούς σε ότι αφορά την ταχύτητα και την ικανότητα ελιγμών, κυρίως όμως τα ανάγκαζε να αναδύονται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Ο λόγος ήταν απλός, οι μπαταρίες έπρεπε να φορτιστούν με τη λειτουργία του ντηζελοκινητήρα, ο οποίος απαιτούσε οξυγόνο για να λειτουργήσει. Παράλληλα βέβαια χρειαζόταν και η ανανέωση των αποθεμάτων οξυγόνου για τη συντήρηση των πληρωμάτων και ο καθαρισμός της ατμόσφαιρας του Υ/Β από το διοξείδιο του άνθρακα. 

 

Τα Υ/Β στον 2ο ΠΠ

U995_typeVIIU995, type VII 

Αρχικά, το κυνήγι των Υ/Β γινόταν με τη χρήση της πρώτης μορφής ενεργού sonar που ονομαζόταν ASDIC από τα αρχικά των λέξεων Allied Submarine Detection Investigation Committee. Όμως η συγκεκριμένη διάταξη ήταν βραχείας εμβέλειας και η κύρια αξιοποίησή της ήταν στην καταδίωξη ενός ήδη αναγνωρισμένου υποβρύχιου στόχου. Η μεταστροφή της κατάστασης στον πόλεμο του Ατλαντικού έγινε δυνατή χάρις στη χρησιμοποίηση αεροσκαφών μεγάλης ακτίνας δράσης, εξοπλισμένων με ραντάρ και με κύριο στόχο τον εντοπισμό του ίχνους των υποβρυχίων καθώς το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα πλεύσης τους ήταν σε κατάσταση ανάδυσης.

Παράλληλα, για πρώτη φορά στην ιστορία του πολέμου, πρωταρχικό ρόλο έπαιξε η συλλογή ηλεκτρονικών πληροφοριών (Electronic Intelligence - ELINT). Τα Γερμανικά Υ/Β είχαν συχνή επικοινωνία με τις βάσεις τους για την ενημέρωσή τους σχετικά με τις νηοπομπές-στόχους, αλλά και το συντονισμό της δράσης των ομάδων υποβρυχίων. Η υποκλοπή αυτών των επικοινωνιών αρχικά έδινε μια ένδειξη για την ευρύτερη περιοχή στην οποία βρισκόντουσαν τα Υ/Β (Direction Finding - DF), ενώ το σπάσιμο των κωδικών enigma από ένα σημείο και έπειτα επέτρεπε στους συμμάχους να διαβάζουν και το περιεχόμενο των μηνυμάτων.

Προς το τέλος του πολέμου άρχισαν να εμφανίζονται αρκετές ενδιαφέρουσες καινοτομίες στη σχεδίαση των υποβρυχίων. Ο τύπος XXI εισήγαγε την καινοτομία του snorkel (αναπνευστήρας), μιας διάταξης απορρόφησης ατμοσφαιρικού αέρα, απαραίτητου για τη λειτουργία του ντηζελοκινητήρα, ενώ το Υ/Β έπλεε σε βάθος περισκοπίου. Το μικρότερο ίχνος του snorkel στα ραντάρ σε σχέση με το ίχνος ενός Υ/Β σε ανάδυση δυσκόλεψε σημαντικά τον ανθυποβρυχιακό πόλεμο. Παράλληλα ο ίδιος τύπος Υ/Β έφερε μεγαλύτερες μπαταρίες που του εξασφάλιζαν μεγαλύτερη αυτονομία και, σε συνδυασμό με ένα βελτιωμένο υδροδυναμικό σχήμα, μεγαλύτερη ευελιξία και ταχύτητα. Τα εξοπλισμένα με snorkel υποβρύχια ήταν σαφώς ανώτερα των προηγουμένων, όμως διατηρούσαν και πάλι μια στενή σχέση εξάρτησης με την επιφάνεια της θάλασσας.

Η έννοια του πραγματικού Υ/Β προσεγγίστηκε ακόμα περισσότερο με ένα πραγματικά επαναστατικό τύπο Υ/Β ο οποίος όμως ουσιαστικά δεν εισήλθε στον πόλεμο. Επρόκειτο για τον τύπο XXIV Walther, ο οποίος χρησιμοποιούσε υπεροξείδιο του υδρογόνου ως οξειδωτικό καύσης και εξασφάλιζε στο Υ/Β πολύ μεγαλύτερη αυτονομία σε ότι αφορά την αναγκαιότητα ανάδυσης.

 

1.3 Αμέσως μετά τον πόλεμο

Οι πρώτες μεταπολεμικές τεχνολογικές εξελίξεις ήταν ουσιαστικά ο απόηχος του πολέμου και η ενσωμάτωση των Γερμανικών εξελίξεων στα Υ/Β των Αμερικανών και Σοβιετικών. Η ύπαρξη υποβρυχίων που κινούνταν κοντά, αλλά όχι πάνω από την επιφάνεια, χρησιμοποιώντας ντηζελοκινητήρες, χάρις στο snorkel, εισήγαγε μια νέα παράμετρο. Μέχρι την εμφάνιση του snorkel, ένα υποβρύχιο σε κατάδυση χρησιμοποιούσε τις μπαταρίες του παράγοντας ελάχιστο θόρυβο, ενώ όταν λειτουργούσε ο ντηζελοκινητήρας το Υ/Β βρισκόταν στην επιφάνεια και μεγάλο μέρος του θορύβου χανόταν στην ατμόσφαιρα ή αναμιγνυόταν με τους ήχους επιφανείας. Όταν όμως ένα Υ/Β χρησιμοποιούσε το snorkel για κινηθεί με ταχύτητα (κατάσταση η οποία χαρακτήριζε μεγάλο μέρος της επιχειρησιακής ζωής του σκάφους), όλος ο θόρυβος από τη λειτουργία του ντηζελοκινητήρα διαχεόταν στο νερό. Παράλληλα η πλεύση σε υψηλές ταχύτητες κοντά στην επιφάνεια δημιουργούσε έντονα φαινόμενα σπηλαίωσης.

Έτσι αναπτύχθηκαν οι μέθοδοι παθητικού ακουστικού εντοπισμού, δηλαδή ο εντοπισμός ενός Υ/Β από την ακουστική του υπογραφή, ενώ αυτό βρίσκεται σε κατάδυση. Τη ίδια χρονική περίοδο ανεξάρτητες έρευνες έδιναν αρκετές σημαντικές πληροφορίες για τη μετάδοση του ήχου μέσα στη θάλασσα, όπως την ύπαρξη σε μεγάλο βάθος ενός καναλιού που μεταφέρει ήχους χαμηλών συχνοτήτων σε πολύ μεγάλες αποστάσεις.

 

Παραγωγή και συμπεριφορά θορύβου

Οι βασικότερες πηγές θορύβου σε ένα Υ/Β είναι:

– ήχοι από το σύστημα παραγωγής και μεταφοράς ενέργειας οι οποίοι διαχέονται από το κέλυφος στο νερό προς όλες τις κατευθύνσεις

ήχοι από την προπέλα, αλλά και το νερό που την περιβάλλει, λόγω σπηλαίωσης

από το ίδιο το κέλυφος, σε περιπτώσεις τυρβώδους ροής του νερού γύρω από αυτό

Το μοντέλο μετάδοσης του ήχου εξαρτάται τόσο από την πηγή, δηλαδή τα αρχικά χαρακτηριστικά του (συχνότητα, ένταση κλπ), όσο και από τις φυσικές συνθήκες του νερού (θερμοκρασία, περιεκτικότητα σε αλάτι κλπ).

Κάτω από την επιφάνεια του νερού μπορεί κανείς να συναντήσει μια σειρά ήχων οι οποίοι προέρχονται από διάφορες πηγές και συνιστούν το θόρυβο περιβάλλοντος (ambient noise):

από τα κύματα στην επιφάνεια της θάλασσας. Ο θόρυβος από τις καιρικές συνθήκες επιφανείας βρίσκεται κατά κανόνα στις συχνότητες άνω των 300Hz

από την «κίνηση» στην ευρύτερη περιοχή. Σε περιοχές με μεγάλη κυκλοφορία πλοίων υπάρχει σημαντική αύξηση του θορύβου περιβάλλοντος στις συχνότητες κάτω από τα 300Hz.

βιολογικός θόρυβος από είδη θαλάσσιας ζωής (φάλαινες, δελφίνια, γαρίδες κλπ)

Ένας άλλος παράγοντας που εισέρχεται στη λειτουργία συστημάτων παθητικού ηχοεντοπισμού είναι ο θόρυβος της ίδιας της πλατφόρμας-φορέα του παθητικού sonar. Μπορεί να οφείλεται είτε σε μηχανικούς θορύβους είτε στη ροή του νερού γύρω από το ίδιο το sonar.

Οι κυριότερες πηγές θορύβου σε ένα Υ/Β σε κανονικές συνθήκες πλεύσης είναι η προπέλες και οι άξονές τους, η ροή νερού γύρω από το σκάφος, οι μηχανικοί ήχοι από αντλίες, κινητήρες, ηλεκτρογεννήτριες κλπ και ο θόρυβος λόγω σπηλαίωσης. Σπηλαίωση είναι το φαινόμενο που εμφανίζεται στις προπέλες ενός σκάφους όταν λόγω της περιστροφικής κίνησης της πτερωτής και της διαφοράς πίεσης που δημιουργείται, παράγονται φυσαλίδες αέρα. Το φαινόμενο είναι αρκετά όμοιο με εκείνο του βρασμού, ενώ χαρακτηρίζεται και από την εμφάνιση θορύβου στη φάση της κατάρρευσης των φυσαλίδων. Η σχέση μεγέθους της πτερωτής και ρυθμού περιστροφής του άξονα, μαζί με τις φυσικές συνθήκες θερμοκρασίας και πίεσης είναι οι κύριοι παράμετροι που ορίζουν το κατώφλι εμφάνισης και ανάπτυξης του φαινομένου της σπηλαίωσης.Ο τελευταίος είναι και ο ισχυρότερος θόρυβος που αναμένεται να παράγει ένα Υ/Β υπό κανονικές συνθήκες. Το φαινόμενο της σπηλαίωσης, η ροή νερού, οι θόρυβοι των αξόνων μετάδοσης κίνησης και των περισσοτέρων συστημάτων πρόωσης ανήκουν στην κατηγορία των πηγών θορύβου ευρέως φάσματος καθώς οι ήχοι που παράγουν εκτείνονται σε ένα ευρύ φάσμα συχνοτήτων. Αντίθετα οι πηγές μηχανικού θορύβου χαρακτηρίζονται ως στενού φάσματος καθώς δίνουν σήματα σε συγκεκριμένη περιοχή συχνοτήτων.

Τα Σοβιετικά Υ/Β ήταν κατά κανόνα πολύ πιο θορυβώδη από τα Αμερικανικά, κυρίως λόγω των μηχανικών τμημάτων του αντιδραστήρα (αντλίες ανακυκλοφορίας νερού) και λόγω μεγαλύτερου θορύβου από το σύστημα πρόωσης. Παράλληλα μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 70 δεν είχε δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στις τεχνικές ηχομόνωσης. Χρειάστηκε να φτάσουν τα τέλη της δεκαετίας του 80 ώστε να επέλθει μια ισορροπία στα επίπεδα εκπεμπόμενου θορύβου ανάμεσα στους δύο στόλους Υ/Β, αν και τα Αμερικανικά Υ/Β είχαν από καιρό εισαγάγει τη χρήση συστήματος κυκλοφορίας του νερού με φυσική συναγωγή, απαλλασσόμενα από τις αντλίες.

Η παραγωγή θορύβου είναι και εκείνη που ορίζει τη επιχειρησιακή, ή τακτική ταχύτητα ενός Υ/Β. Πρόκειται για την τιμή εκείνη της ταχύτητας με την οποία ένα Υ/Β εξακολουθεί να παραμένει αρκετά «ήσυχο» ώστε να διαφεύγει τον εντοπισμό. Είναι δηλαδή ένα όριο, η υπέρβαση του οποίου αυξάνει σημαντικά τις πιθανότητες εντοπισμού.

Οι δύο βασικότερες παράμετροι που παίζουν ρόλο στη μετάδοση του ήχου στο νερό είναι η διαφορές πίεσης και θερμοκρασίες, που σε μεγάλο βαθμό μεταφράζονται σε διαφορές βάθους. Η θερμοκρασία ελαττώνεται όσο αυξάνεται το βάθος μέχρι περίπου τα 500m μετά τα οποία η θερμοκρασία είναι κατά κανόνα σταθερή στον 1ο C. Παράλληλα η αύξηση της πίεσης με την αύξηση του βάθους προκαλεί αύξηση της ταχύτητας του ήχου κατά 1,7m/s κάθε 100m βάθους. Διακρίνονται έτσι ουσιαστικά δύο περιοχές. Στη πρώτη (επιφανειακό στρώμα), κοντά στην επιφάνεια, ρυθμίζουσα παράμετρος για τη μεταβολή της ταχύτητας του ήχου είναι η διαφορά θερμοκρασίας. Ανάλογα με το θερμοκρασιακό προφίλ το οποίο επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τις συνθήκες στην επιφάνεια αλλά και τις κλιματολογικές και άλλες ιδιαιτερότητες της κάθε περιοχής, είναι δυνατό να υπάρχει αύξηση ή μείωση της ταχύτητας του ήχου. Στη δεύτερη (ισόθερμη περιοχή) ρυθμίζουσα παράμετρος είναι η αύξηση της πίεσης και άρα η αύξηση της ταχύτητας του ήχου. Τέλος υπάρχει και μια ενδιάμεση ζώνη οποία συνδέει τις δύο προηγούμενες.

Η γραφική παράσταση της ταχύτητας ενός ηχητικού κύματος ως συνάρτηση του βάθους δίνει το προφίλ της ταχύτητας του ήχου (SVP). Έτσι τελικά η πιθανότητα εντοπισμού ενός Υ/Β εξαρτάται κυρίως από το SVP, την αρχική ένταση του θορύβου, το βάθος στο οποίο βρίσκεται ο πυθμένας, τις ακουστικές και υπολογιστικές δυνατότητες του παθητικού sonar και σε ένα βαθμό από τις ικανότητες του χειριστή.

SVP

Τυπικό Sound Velocity Profile  

Ένα πολύ ενδιαφέρον φαινόμενο είναι εκείνο των ζωνών σύγκλισης (convergence zone effect). Το φαινόμενο αυτό εμφανίζεται όταν ο πυθμένας της θάλασσας βρίσκεται σε βάθος μεγαλύτερο τουλάχιστο κατά 200 m από το σημείο που ορίζεται γραφικά στο σχήμα 1. Στην περίπτωση αυτή το ηχητικό κύμα αντί απλά να ταξιδέψει μεγάλες αποστάσεις στο βαθύ κανάλι ανακλώμενο ανάμεσα στον πυθμένα και το όριο της ισόθερμης περιοχής, διαγράφει τόξο και επανέρχεται σε μικρά βάθη, αλλά σε συγκεκριμένες αποστάσεις (συνήθως κάθε 50-70 ναυτικά μίλια). Η κίνηση αυτή έχει βηματικό χαρακτήρα, δηλαδή είναι δυνατός ο εντοπισμός του θορύβου σε απόσταση 60nm (1η ζώνη σύγκλισης), 120nm (2η ζώνη σύγκλισης) κοκ.

Η συμπεριφορά του ήχου μέσα στο νερό αποτελεί αντικείμενο μεγάλης ανάλυσης. Στην παρούσα παράγραφο έγινε μια συνοπτική και αρκετά απλουστευμένη παρουσίαση για την εξυπηρέτηση των αναγκών του άρθρου.

 

Οι μέθοδοι ηχοεντοπισμού

Οι διατάξεις παθητικού ηχοεντοπισμού πέρασαν από πολλά στάδια εξέλιξης ενώ αναπτύχθηκαν και εφαρμόστηκαν πολύπλοκα μαθηματικά μοντέλα για την ανάλυση και ερμηνεία των σημάτων. Η βασική κατεύθυνση εξέλιξης ήταν η προσπάθεια αύξησης του λόγου σήματος προς θόρυβο. Για το σκοπό αυτό προφανώς χρησιμοποιήθηκαν σε τεράστιο βαθμό οι δυνατότητες των ηλεκτρονικών υπολογιστών και αφιερώθηκαν εκατομμύρια εργατώρες στην ανάπτυξη λογισμικού.

SSN21_sonar Ο θόλος του sonar του SSN 21 Seawolf στη φάση της συναρμολόγησης

Σταδιακά οι ΗΠΑ ανέπτυξαν ένα εκτεταμένο δίκτυο μόνιμα τοποθετημένων υδροφώνων στο βυθό της θάλασσας το οποίο παρείχε μόνιμα, αν και όχι απόλυτα αξιόπιστες πληροφορίες, για τις κινήσεις των Σοβιετικών υποβρυχίων. Το δίκτυο αυτό παραμένει σε λειτουργία και σήμερα και είναι γνωστό με το ακρωνύμιο SOSUS (Sound Surveillance System). Το SOSUS είναι το σύστημα εντοπισμού μεγάλων αποστάσεων. Για τον εντοπισμό υποβρυχίων σε μέσες αποστάσεις χρησιμοποιούνται κυρίως διατάξεις παθητικών sonar σε υποβρύχια, σκάφη επιφανείας και αεροσκάφη. Σε ότι αφορά τα ανθυποβρυχιακά ελικόπτερα τα sonar κρέμονται από καλώδιο το οποίο εκτείνεται από το ελικόπτερο μέχρι τη θάλασσα. Η διάταξη αυτή (ρυμουλκούμενο sonar) χρησιμοποιείται και από υποβρύχια και σκάφη επιφανείας με στόχο τη βελτίωση της απόδοσης σε σχέση με τα φερόμενα στο κύτος sonar τα οποία επηρεάζονται ως ένα βαθμό από τις κινήσεις του σκάφους-φορέα. Ο εντοπισμός σε μικρές αποστάσεις, που είναι στην ουσία ο οριστικός χωρικός προσδιορισμός ενός Υ/Β πριν την τελική επίθεση εναντίον του, επιτυγχάνεται με ενεργά sonar στην περίπτωση άλλων Υ/Β και σκαφών επιφανείας και μέσω της διασποράς ηχοβολιστικών σημαντήρων από ελικόπτερα ή ανθυποβρυχιακά αεροπλάνα. Τέλος μία ακόμα μέθοδος η οποία χρησιμοποιείται από αεροσκάφη στη φάση της τελικής προσβολής είναι η ανίχνευση μαγνητικών ανωμαλιών (MAD). Πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι η ανάπτυξη τορπιλών που φέρουν το δικό τους ενεργό sonar επιτρέπει την εξαπόλυση της τελικής επίθεσης χωρίς τη χρησιμοποίηση ενεργού sonar από το φορέα.

 

Το αληθινό Υ/Β

Nautilus Καθέλκυση του USS Nautilus

Η χρήση της πυρηνικής ενέργειας ως μέσου πρόωσης άνοιξε μια νέα εποχή και παράλληλα δημιούργησε το πραγματικό Υ/Β. Η επίσημη αυλαία αυτής της εποχής άνοιξε τον Ιανουάριο του 1955 όταν το USS Nautilus έγινε το 1ο πυρηνικό Υ/Β. Οι πρώτες εκτιμήσεις των επιχειρησιακών του δυνατοτήτων ανέφεραν ότι «ήταν αδύνατο να εντοπισθεί από ραντάρ καθώς δεν χρειαζόταν να αναδύεται ή να χρησιμοποιεί snorkel, ήταν τόσο γρήγορο ώστε το ενεργό sonar δεν μπορούσε να εστιάσει πάνω του, ενώ η ταχύτητα και η ευελιξία του επέτρεπαν να αποφεύγει με ευκολία επιθέσεις εναντίον του με τορπίλες». Από την άλλη πλευρά όμως ήταν θορυβώδες, καθώς οι αντλίες κυκλοφορίας του νερού ψύξης του αντιδραστήρα έδιναν σημαντικό θόρυβο στις χαμηλές συχνότητες, όπως επίσης και οι μειωτήρες στροφών του άξονα που μετέδιδε την κίνηση από τον ατμοστρόβιλο στις προπέλες.

Ήταν λοιπόν προφανές ότι το βάρος της ανθυποβρυχιακής προσπάθειας έπρεπε να στραφεί στις μεθόδους παθητικού ηχοεντοπισμού, ενώ αντίστοιχα η εξέλιξη των Υ/Β έπρεπε να έχει ως κύριο άξονα τη μείωση του παραγόμενου θορύβου. Αυτός ο φαύλος κύκλος έμελλε να είναι η κεντρική ιδέα των εξελίξεων μέχρι σήμερα.

USSR_SSN_P627A_02_k3 To πρώτο Σοβιετικό πυρηνικό Υ/Β K-3

Το πρώτο Σοβιετικό πυρηνικό υποβρύχιο που εισήλθε σε υπηρεσία  ήταν το Κ-3 Ленинский Комсомол (Λενίνσκι Κομσομόλ), το 1958, εγκαινιάζοντας την, για το ΝΑΤΟ, κλάση των November SSN. Οι τεχνολογικές εξελίξεις που ακολούθησαν ήταν ουσιαστικά αποτέλεσμα της έρευνας και εξελίξεις, αλλά και των επιχειρησιακών δογμάτων που ανέπτυξαν το Αμερικανικό και το Σοβιετικό Ναυτικό. Αναπτύχθηκαν τρεις τύποι πυρηνικών Υ/Β, ανάλογα με την αποστολή για την οποία προορίζονταν. Τα επιθετικά Υ/Β (SSN) με αποστολή τον εντοπισμό και καταστροφή άλλων Υ/Β, τα στρατηγικά Υ/Β (SSBN) ως πλατφόρμες εκτόξευσης στρατηγικών πυρηνικών όπλων (βαλλιστικών πυραύλων), και τα Υ/Β κατευθυνομένων πυραύλων κατά σκαφών επιφανείας (SSGN) με στόχο την επίθεση κατά αεροπλανοφόρων. Τα SSGN αναπτύχθηκαν κυρίως από τη Σοβιετική Ένωση καθώς το αεροπλανοφόρο ήταν το κατ΄ εξοχήν ναυτικό όπλο των ΗΠΑ, ενώ το Σοβιετικό Ναυτικό απέκτησε το πρώτο πραγματικό του αεροπλανοφόρο μόνο στα τέλη της δεκαετίας του 80.

 

Τα πρώτα χρόνια

USA_SSN_construction_full

Τα  Skipjack (SSN-585), Skate (SSN-578), και Triton (SSRN-586) υπό κατασκευή

Το Σεπτέμβριο του 1955 ο τότε επικεφαλής της Διοίκησης Επιχειρήσεων του Αμερικανικού Ναυτικού, ναύαρχος Arleigh Burke ανακοίνωσε επίσημα ότι στο εξής όλα τα αμερικανικά Y/B θα ήταν πυρηνοκίνητα. Λίγους μήνες αργότερα εμφανίστηκε το SSN 575 Seawolf, το οποίο χρησιμοποιήθηκε κυρίως ως πλατφόρμα δοκιμών ενός αντιδραστήρα υγρού μετάλλου ο οποίος εκείνη την εποχή υποσχόταν πολύ καλές επιδόσεις σε μικρό μέγεθος. Οι δοκιμές του Seawolf οδήγησαν στην πλήρη υιοθέτηση των αντιδραστήρων νερού υπό πίεση και την εγκατάλειψη των σκέψεων για αντιδραστήρες υγρού μετάλλου.

Το 1957 ενεργοποιήθηκε το 1ο από τα 4 Υ/Β της κλάσης Skate η οποία πέρασε μάλλον απαρατήρητη καθώς ήταν απλά ένα μεταβατικό στάδιο. Το 1959 εισήλθε στην υπηρεσία το 1ο από τα 6 Skipjacks τα οποία ήταν τα πρώτα στα οποία χρησιμοποιήθηκε το νέο υδροδυναμικό σχήμα της «σταγόνας».

Τη διετία 1959-60 κατασκευάσθηκαν άλλα 3 Υ/Β τα οποία σε μεγάλο βαθμό έπαιξαν το ρόλο πλατφόρμων εξέλιξης. Επρόκειτο για τα Triton, Halibut και Tullibee. Αξίζει να μείνει κανείς στο Tullibee, το οποίο κατασκευάσθηκε με αντιδραστήρα που απέδιδε στον άξονα μόλις 2.500 SHP εν συγκρίσει με τα 15.000 SHP των Skipjacks, και με τη χρήση ηλεκτρικής πρόωσης με στόχο τη μείωση του θορύβου που προκαλούσαν οι μειωτήρες στροφών στο άξονα των προηγούμενων SSN. Αυτό όμως είχε ως αποτέλεσμα και μια ταχύτητα μόλις στους 20 κόμβους. Μετά το Tullibee ελήφθη η απόφαση να εγκαταλειφθεί η προσπάθεια δημιουργίας διαφόρων τύπων SSN εξειδικευμένων σε συγκεκριμένες αποστολές και να εξελιχθεί ένας τύπος πολλαπλών αποστολών. Αποτέλεσμα αυτής της απόφασης, αλλά και της συσσωρευμένης εμπειρίας ήταν η κλάση που εγκαινιάστηκε το 1961 με το SSN 593 Thresser το οποίο ακολούθησαν άλλα 13 σκάφη.

polaris Εκτόξευση πυραύλου Polaris

Ουσιαστικά όλες οι μετέπειτα κλάσεις αμερικανικών Υ/Β έχουν ως βάση την κλάση Thresser, τα Υ/Β της οποίας ήταν και τα πρώτα που είχαν ως κύρια αποστολή την καταστροφή εχθρικών Υ/Β. Ήδη το Αμερικανικό Ναυτικό είχε αντιληφθεί ότι το κλειδί στον πόλεμο των Υ/Β θα ήταν ο παθητικός ηχοεντοπισμός. Ενώ οι προηγούμενες κλάσεις και κυρίως το Tullibee προσπαθούσαν να μειώσουν το θόρυβο αφαιρώντας παράγοντες που τον δημιουργούσαν, στα Thresser  έγινε προσπάθεια να περιοριστεί ο θόρυβος στο κέλυφος του Υ/Β.

Πέρα όμως από τη χρήση του Υ/Β ως κυνηγού άλλων Υ/Β, είχε ήδη αναγνωρισθεί η αξία του ως στρατηγικού όπλου. Το 1947 το Αμερικανικό Ναυτικό είχε πειραματισθεί με επιτυχία στην εκτόξευση ενός γερμανικού V-1 από ένα ντηζελοκίνητο Υ/Β της κλάσης Gato. Στις αρχές της δεκαετίας του 50 είχε ήδη εξελιχθεί ένας πύραυλος εκτοξευόμενος από Υ/Β ενώ την ίδια περίπου περίοδο και η Σοβιετική Ένωση απέκτησε αντίστοιχη δυνατότητα.

USA_SSBN_missile_hatches_full Οι καταπακτές πυραύλων ενός Lafayette SSBN

Το 1957, αποφασίσθηκε η μετατροπή 2 εκ των προγραμματισθέντων Skipjacks σε Υ/Β με δυνατότητα εκτόξευσης πυραύλων. Έτσι το 1959 καθελκύστηκε το SSBN 598 George Washington που ήταν το πρώτο πυρηνικό υποβρύχιο βαλλιστικών πυραύλων. Το Washington ήταν το 1ο από μια σειρά 5 SSBNs τα οποία έφεραν 16 πυραύλους Polaris Α1 με ακτίνα περίπου 1.000 ναυτικών μιλίων. Στη δεκαετία που ακολούθησε καθελκύστηκαν συνολικά 36 SSBN των κλάσεων Ethan Allen (5), Lafayette (19) και Benjamin Franklin (12), αποτελώντας μαζί με τα George Washington τα λεγόμενα «41 για την ελευθερία» (41 for freedom). Τα Υ/Β αυτά απετέλεσαν το σύνολο των Αμερικανικών SSBN μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 80 οπότε και εμφανίστηκαν τα Ohio.

Η πρώτη γενιά Σοβιετικών πυρηνικών Υ/Β αποτελούταν από τρεις κλάσεις τα November SSN, Hotel SSBN και τα Echo SSGN. Ήδη φάνηκε μια πρώτη σημαντική διαφορά στις σχεδιαστικές παραμέτρους των δύο υπερδυνάμεων. Επρόκειτο για την ανάπτυξη εκ μέρους των Σοβιετικών των SSGNs τα οποία αποτελούσαν σκάφη με κύριο στόχο την καταστροφή των Αμερικανικών αεροπλανοφόρων με τη χρήση κατευθυνόμενων πυραύλων cruise. Τα Echo αποτελούσαν στην ουσία την πυρηνοκίνητη έκδοση των Juliet SSG (P651) και έφεραν αρχικά 6 πυραύλους SS-N-3 με ακτίνα δράσης 400 μίλια (μετά το 1962 αντικαταστάθηκαν από 8 SS-N-12).

P651jpg Εκτόξευση πυραύλου cruise από P651 (Juliet) SSG

Για την εκτόξευση των πυραύλων τους τα Echo έπρεπε να αναδυθούν και είτε να θέσουν σε λειτουργία το ραντάρ καθοδήγησης των πυραύλων (μέσου ύψους) είτε να παραδώσουν την καθοδήγηση τους σε αεροσκάφη ναυτικής συνεργασίας. Στη φάση της ανάδυσής του το Υ/Β ήταν ιδιαίτερα ευάλωτο σε προσβολή από αεροσκάφη και πλοία επιφανείας. Από το 1958 έως το 1968 αναπτύχθηκαν συνολικά 13 November, 8 Hotel και 34 Echo I και II. Συγκριτικά με τα Αμερικανικά Υ/Β της ίδιας περιόδου τα HEN (από τα πρώτα γράμματα των ονομάτων των τριών κλάσεων) ήταν περίπου ισοδύναμα του Ναυτίλου και των Skates σε ότι αφορά την παραγωγή θορύβου και ιδιαίτερα ευάλωτα σε μεθόδους παθητικού ηχοεντοπισμού, ενώ, σε αντίθεση με τα Αμερικανικά, είχαν όλα 2 αντιδραστήρες και 2 προπέλες.

 

Πυρηνικά υποβρύχια 2ης γενιάς

Η περίοδος από το 1965 έως τα μέσα της δεκαετίας του 70 χαρακτηρίστηκε από μια προφανή διαφορά στη σχεδιαστική φιλοσοφία ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις. Ο κεντρικός άξονας κατεύθυνσης του Αμερικανικού Ναυτικού ήταν σαφέστατα η αναζήτηση μεθόδων περιορισμού της εκπομπής θορύβων από τις λειτουργίες του Υ/Β και η εξέλιξη των μεθόδων παθητικού ηχοεντοπισμού. Από την άλλη πλευρά το Σοβιετικό Ναυτικό προσπαθούσε να εξελίξει τα Υ/Β του στη λογική της αντιμετώπισης των τακτικών και στρατηγικών απειλών που αντιμετώπιζε. Ουσιαστικά η διαφορά ανάμεσα στις δύο φιλοσοφίες ήταν ότι οι Αμερικανοί ανέπτυσσαν αυτόνομα τα πυρηνικά Υ/Β και δημιουργούσαν ένα εντελώς νέο επιχειρησιακό περιβάλλον, ενώ οι Σοβιετικοί προσπαθούσαν να προσαρμόσουν τα πυρηνικά Υ/Β στο υπάρχον πλαίσιο ναυτικών επιχειρήσεων.

Η κατάσταση αυτή οδήγησε αρκετές φορές το Σοβιετικό Ναυτικό στην εξέλιξη κάποιων πραγματικά εντυπωσιακών υποβρυχίων (ZhTS, Papa, Alfa) ή και σε σημαντικά τακτικά βήματα (πρώτη εκτόξευση πυραύλου cruise εν καταδύσει). Κάθε τέτοια εξέλιξη προκαλούσε αρχικά πανικό στο Αμερικανικό Ναυτικό το οποίο αναζητούσε άμεσα την απάντηση. Το παιχνίδι αυτό κρίθηκε υπέρ των Αμερικανών για δύο βασικούς λόγους: οι τεχνολογικές εξελίξεις των Σοβιετικών ήταν συχνά τεχνολογικά ασταθείς και μεσοπρόθεσμα προβληματικές και οι απαντήσεις των Αμερικανών ήταν σε επίπεδο αναδιαμόρφωσης των ανθυποβρυχιακών τακτικών τους και όχι σε αυτό της παρέκκλισης από το βασικό άξονα εξέλιξης (περιορισμός θορύβου, παθητικός ηχοεντοπισμός).

SSN637 SSN 637 Sturgeon

Το πρώτο Αμερικανικό Υ/Β δεύτερης γενιάς ήταν το SSN 637 Sturgeon (1967). Αρχικά το Sturgeon είχε σχεδιαστεί ως συνέχεια της κλάσης Thresser, όμως εξελίχθηκε σε νέα κλάση. Στα Υ/Β της κλάσης τοποθετήθηκαν συστήματα ανάλυσης συχνοτήτων και απομόνωσης των μηχανικών θορύβων, αξιοποιώντας τις τεχνικές επεξεργασίας σήματος  LOFAR (Low Frequency Analysis and Ranging). Παράλληλα στα Υ/Β της κλάσης ξεκίνησαν οι δοκιμές της χρήσης ρυμουλκούμενων sonar. Αυτά τα δύο στοιχεία ήταν και εκείνα που επέτρεψαν για πρώτη φορά τη δημιουργία βιβλιοθηκών με τις ηχητικές υπογραφές των Σοβιετικών Υ/Β. Κάθε κλάση και ακόμα και κάθε σκάφος είχαν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τα οποία μέσω του LOFAR μπορούσαν πια να αναλυθούν και να καταγραφούν. Έτσι ήταν δυνατή η ταυτοποίηση των Σοβιετικών Υ/Β σε επίπεδο σκάφους.

Μια άλλη δυνατότητα την οποία προσέφεραν για πρώτη φορά τα εξελιγμένα συστήματα παθητικού ηχοεντοπισμού σε συνδυασμό με το σφαιρικό sonar της πλώρης που εξασφάλιζε ευρύτερη κάλυψη χώρου, ήταν η δυνατότητα παρακολούθηση ενός Σοβιετικού Υ/Β από μικρή απόσταση, καθώς τα στοιχεία από την επεξεργασία των ηχητικών σημάτων ήταν αρκετά πιο αξιόπιστα σε ότι αφορά την απόσταση από το εντοπισμένο Υ/Β. Έτσι αναπτύχθηκε η τακτική της προσέγγισης του εχθρικού Υ/Β από τα νώτα σε μικρές αποστάσεις, και η παρακολούθηση εκ του σύνεγγυς. Από το 1967 έως το 1975 αναπτύχθηκαν 37 Υ/Β της κλάσης Sturgeon.

Τη ίδια περίοδο αναπτύχθηκαν και 2 ακόμα SSN τα οποία λειτούργησαν ως πιλοτικές πλατφόρμες δοκιμής νέων συστημάτων. Επρόκειτο για τα SSN 671 Narwall (1969), και SSN 685 Lipscomb (1974). Το Narwall χρησιμοποιήθηκε για τη δοκιμή ενός συστήματος ροής του νερού ψύξης με φυσική συναγωγή, χωρίς δηλαδή αντλίες οι  οποίες ήταν πάντα ένας από τους σημαντικούς παράγοντες θορύβου. Το Lipscomb ήταν όμοιο με τα Sturgeon με τη διαφορά ότι χρησιμοποιούσε σύστημα ηλεκτρικής πρόωσης (Turbo Electric Drive System). Παρότι ήταν πολύ πιο αθόρυβο από τα άλλα Υ/Β της εποχής του, h αρκετά χαμηλή ταχύτητα το μεγάλο βάρος και o όγκος του ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού, απέκλεισαν τη χρήση TEDS στα Υ/Β που ακολούθησαν.

P667BDRM Π667BDRM (Delta IV) SSBN

Τα Σοβιετικά Υ/Β δεύτερης γενιάς διακρίνονται σε αρκετές διαφορετικές κλάσεις. Αρχικά το Σοβιετικό Ναυτικό προσπάθησε να καλύψει την εμφανή υστέρησή του σε ότι αφορά τον αριθμό, αλλά και την ποιότητα των SSBN. Έτσι ξεκίνησε το 1964 την ανάπτυξη της κλάσης Yankee τα οποία ήταν ουσιαστικά αντίγραφα των Αμερικανικών George Washington. Αναπτύχθηκαν συνολικά 34 Yankee I και II τα οποία έφεραν μετά το 1972 16 πυραύλους SS-N-6 με ακτίνα δράσης 1.700 nm. Αρκετά από τα Yankee υπέστησαν μετά το 1977 μετατροπές που αφορούσαν κυρίως τη δοκιμή διαφόρων τύπων βαλλιστικών πυραύλων αλλά και την εκτέλεση ειδικών αποστολών. Έτσι αρκετές φορές αναφέρονται και αρκετές υποκατηγορίες της κλάσης.

Το 1972 εμφανίστηκε η πρώτη έκδοση της κλάσης Delta. Οι πραγματικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με τα Yankee ήταν μικρές, άλλωστε για το Σοβιετικό Ναυτικό επρόκειτο απλά για μια παραλλαγή  των τελευταίων. Αρχικά έφεραν 12 πυραύλους SS-N-8 με ακτίνα δράσης περίπου 4.200 nm. Στα επόμενα χρόνια εμφανίστηκαν αρκετές παραλλαγές των Delta. Συνολικά καθελκύστηκαν 18 Delta I, 4 Delta II, 14 Delta III, ενώ μετά το 1985 αναπτύχθηκαν 7 Delta IV, 6 εκ των οποίων παραμένουν σε υπηρεσία μέχρι σήμερα. Προφανώς τα Delta IV αν και ως αρχικό σχέδιο ανήκουν στα πυρηνικά Υ/Β 2ης γενιάς ενσωματώνουν αρκετές από τις τεχνολογικές εξελίξεις της 3ης γενιάς.

Αν σε ότι αφορά τα SSBN 2ης γενιάς η προσέγγιση των Σοβιετικών ήταν σχεδιαστικά συμβατική, δε συνέβη το ίδιο με τα SSN και SSGN της ίδιας περιόδου. Αμέσως μετά την κατασκευή του 1ου Σοβιετικού πυρηνικού Υ/Β ξεκίνησε ο σχεδιασμός ενός επιθετικού Υ/Β το οποίο θα χρησιμοποιούσε 2 αντιδραστήρες ψυχόμενους από υγρό μέταλλο. Το αποτέλεσμα ήταν το Π645 ZhΜΤ (1963). Το συγκεκριμένο σκάφος αντιμετώπισε πολλά προβλήματα με τους αντιδραστήρες του μέχρι που ένα σημαντικό ατύχημα το 1968 το έθεσε εκτός υπηρεσίας.

Το 1965 παρουσιάστηκαν τα Victor SSN με κύρια αποστολή τον εντοπισμό και καταστροφή εχθρικών SSBN. Σε σχέση με τα σύγχρονά τους Sturgeon ήταν αρκετά πιο γρήγορα (+5 knts) αλλά υστερούσαν σημαντικά σε ηχομόνωση. Σημαντικό στοιχείο του εξοπλισμού τους ήταν η ύπαρξη μιας πυρηνικής τορπίλης σε εξωτερικό τορπιλοσωλήνα, ενώ τα Victor ήταν τα πρώτα Σοβιετικά Υ/Β που είχαν μόνο ένα αντιδραστήρα. Συνολικά κατασκευάστηκαν 22 Victor I και II, ενώ το 1978 εμφανίστηκε μια παραλλαγή η οποία χαρακτηρίστηκε ως Victor III. Σε αυτή την παραλλαγή έγινε για πρώτη φορά κάποια σοβαρή προσπάθεια εκ μέρους του Σοβιετικού Ναυτικού σε ότι αφορά την ηχομόνωση ενώ παράλληλα ήταν και τα πρώτα Σοβιετικά Υ/Β που εξοπλίστηκαν με ρυμουλκούμενο sonar. Τα Victor III ήταν ουσιαστικά η πρώτη ένδειξη για την αλλαγή του σχεδιαστικού κέντρου βάρους του Σοβιετικού Ναυτικού προς την κατεύθυνση της ηχομόνωσης και του παθητικού ηχοεντοπισμού, αποτελώντας το συνδετήριο κρίκο με τα Υ/Β τρίτης γενιάς που εμφανίστηκαν στη δεκαετία του 80.

P661 Το Κ-162 (Π661 Papa SSGN)

Το 1969 εμφανίστηκε το πιο γρήγορο, επιχειρησιακά ενεργό, Υ/Β που κατασκευάστηκε ποτέ. Το Κ-162 (Π661, ή Papa για το NATO), ήταν ένα SSGN που φιλοδοξούσε να αποτελέσει το αντίδοτο στη Αμερικανική υπεροχή σε σκάφη επιφανείας. Λίγα πράγματα είναι γνωστά σε ότι αφορά τα τεχνικά χαρακτηριστικά του πέραν του ότι ήταν κατασκευασμένο από κράμα τιτανίου, έφερε 10 πυραύλους SS-N-9 και έχει αναφερθεί ότι στη φάση των δοκιμών του έφτασε την απίστευτη ταχύτητα των 44,7 knts εν καταδύσει. Βέβαια το τίμημα γι αυτή την υψηλή ταχύτητα ήταν αφενός τα πολύ υψηλά επίπεδα θορύβου και αφετέρου το πολύ υψηλό κόστος κατασκευής. Το Papa δεν αποτέλεσε κλάση καθώς δεν κατασκευάσθηκε άλλο, μια και στα μέσα της δεκαετίας του 70 το Σοβιετικό Ναυτικό, στράφηκε οριστικά προς τους πιο «συμβατικούς» τύπους πυρηνικών Υ/Β.

Η δεκαετία του 60 έκλεισε με μια πρωτιά για τα Σοβιετικά Υ/Β.  Το 1969 τα Υ/Β της κλάσης Π670A (κατά NATO Charlie I) έγιναν τα πρώτα στο κόσμο που είχαν τη δυνατότητα εκτόξευσης εν καταδύσει, πυραύλων κατά σκαφών επιφανείας. Παράλληλα με αυτή τη δυνατότητα, η εμφάνισή τους ήταν σχεδόν ταυτόχρονη με την εκτόξευση των πρώτων Σοβιετικών δορυφόρων με δυνατότητα κατεύθυνσης των πυραύλων. Οι δύο αυτές παράμετροι έδιναν λύση σε αρκετά από τα επιχειρησιακά προβλήματα που αντιμετώπιζαν τα Echo και έχουν ήδη αναφερθεί. Ουσιαστικά δηλαδή η δυνατότητα εκτόξευσης εν καταδύσει, σε συνδυασμό με τους δορυφόρους ναυτικής συνεργασίας, συνιστούσαν μια σημαντική απειλή η οποία αναστάτωσε το Αμερικανικό Ναυτικό και το ανάγκασε να εξελίξει τις ανθυποβρυχιακές επιχειρησιακές τακτικές των σκαφών επιφανείας.

P670M Π670M (Charlie II) SSGN

Στην πράξη, τα σημαντικά προβλήματα στη λειτουργία και την αξιοπιστία των Σοβιετικών δορυφόρων ναυτικής συνεργασίας ουσιαστικά αφαίρεσαν τη μία συνιστώσα του προβλήματος, καθώς τα Σοβιετικά SSGN θα συνέχιζαν να εξαρτώνται από αεροσκάφη ναυτικής συνεργασίας για την καθοδήγηση των πυραύλων. Τελικά κατασκευάστηκαν μόνο 17 Charlie I και II τα οποία ουδέποτε απετέλεσαν την απειλή για την οποία προετοιμάστηκε το Αμερικανικό ναυτικό. Περίπου 12 χρόνια μετά, η εμφάνιση των Oscar SSGN σε συνδυασμό με την εξέλιξη νέων βελτιωμένων τύπων πυραύλων και την αποτελεσματική λειτουργία των δορυφόρων ναυτικής συνεργασίας, στοιχειοθέτησαν μια πραγματική απειλή.

 

Η περίπτωση Alfa

Τα Alfa ήταν ίσως τα πιο εντυπωσιακά, από πλευράς επιδόσεων, Υ/Β που κατασκευάστηκαν ποτέ. Βασίστηκαν σε σχέδια της δεκαετίας του 50 που αποσκοπούσαν στην κατασκευή ενός μικρού Υ/Β, ικανού να επιτύχει μεγάλες ταχύτητες ώστε να σπεύσει να αντιμετωπίσει τα εχθρικά αεροπλανοφόρα σε περίπτωση σύρραξης. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιήθηκε ένας αντιδραστήρας ψυχόμενος από μίγμα μολύβδου-βισμουθίου (Liquid Metal Reactor), ο οποίος ήταν ικανός να αποδίδει μεγάλη ενέργεια ενώ είχε μικρό μέγεθος.

P705 Π 705/705K (Alfa) SSN

Προέκυψε έτσι ένα Υ/Β με μήκος 80m με πλήρωμα 43 ατόμων (μόνο αξιωματικοί), το οποίο είχε την ικανότητα να αναπτύσσει ταχύτητες μέχρι και 43 κόμβους. Η ικανότητά του αυτή να αναπτύσσει μεγάλες ταχύτητες ανάγκασε το σχεδιαστή να προβλέψει και αντοχή σε μεγάλα βάθη καθώς μια κάθοδος με μεγάλη ταχύτητα θα το έφερνε πολύ γρήγορα στα συμβατικά βάθη επιχειρήσεων των Υ/Β αφαιρώντας από το πλήρωμα τη δυνατότητα να διορθώσει την πορεία του. Έτσι για το κέλυφος του σκάφους χρησιμοποιήθηκε κράμα τιτανίου. Μάλιστα κατασκευάστηκε στη Σοβιετική Ένωση ολόκληρο εργοστάσιο μόνο για την απαραίτητη κατεργασία του τιτανίου για το κέλυφος των Alfa. Έτσι τα Υ/Β φέρονται να είχαν μέγιστο επιτρεπόμενο βάθος γύρω στα 1.000m (Σχεδόν τριπλάσιο από όλα τα υπόλοιπα Υ/Β) και βάθος σύνθλιψης πιθανώς κάτω και από τα 1.200m. Το πρώτο Alfa εισήλθε στην υπηρεσία το 1972 και προκάλεσε πραγματικό πανικό στο Αμερικανικό ΠΝ για ένα πολύ απλό λόγο. Αν και πολύ θορυβώδες, άρα εύκολο να εντοπιστεί, το Alfa ήταν σχεδόν αδύνατο να καταστραφεί. Η δυνατότητα ελιγμών του, χάρις στη μεγάλη ταχύτητα και την ικανότητα κατάδυσης σε μεγάλο βάθος, το καθιστούσαν απρόσβλητο από τις τορπίλες της εποχής οι οποίες είχαν μέγιστη ταχύτητα 45 κόμβους καθώς ήταν σχεδιασμένες να καταδιώκουν και να καταστρέφουν Υ/Β με μέγιστη ταχύτητα 30 κόμβους. Η κατάσταση αυτή οδήγησε το Αμερικανικό ΠΝ στην ανάπτυξη νέων τύπων τορπιλών με βελτιωμένες επιδόσεις για την αντιμετώπιση της απειλής. Στην πραγματικότητα τα Alfa ποτέ δεν απετέλεσαν την απειλή που φοβήθηκαν οι Αμερικανοί. Η μεγάλη αυτοματοποίηση των λειτουργιών του Υ/Β και ιδιαίτερα του αντιδραστήρα, οδήγησαν σε συχνές βλάβες και ατυχήματα με αποτέλεσμα τα Alfa να περνούν το μεγαλύτερο διάστημα του χρόνου τους σε επισκευές. Το αποτέλεσμα ήταν ότι κατασκευάσθηκαν μόνο 7 τα οποία ποτέ δεν μπόρεσαν να αποτελέσουν αξιόμαχες μονάδες.

 

Πυρηνικά υποβρύχια 3η γενιάς

SSN688 Σχηματικό διάγραμμα ενός Los Angeles SSN

Το 1976 καθελκύστηκε το SSN688 Los Angeles. Τα Υ/Β της κλάσης Los Angeles σχεδιάστηκαν με κύρια αποστολή την προστασία των Αμερικανικών αεροπλανοφόρων από τα Σοβιετικά SSGN και SSN. Ήταν το αποτέλεσμα σχεδόν 20 χρόνων εμπειρίας στην κατασκευή και λειτουργία πυρηνικών Υ/Β και ενσωμάτωναν όλες τις τεχνολογικές και κατασκευαστικές εξελίξεις που τα καθιστούσαν ιδιαιτέρως αθόρυβα και αρκετά γρήγορα ώστε να μπορούν να συνοδεύουν τις μοίρες αεροπλανοφόρων τις οποίες προστάτευαν. Παράλληλα έφεραν τα πιο εξελιγμένα συστήματα υπολογιστών που είχαν ποτέ τοποθετηθεί σε πολεμικά σκάφη, με κύριο στόχο τον έγκαιρο και αξιόπιστο εντοπισμό των Σοβιετικών Υ/Β και την παρακολούθησή τους.

Τα Υ/Β  αυτής της κλάσης απετέλεσαν το κύριο επιθετικό Υ/Β των ΗΠΑ στη φάση της κορύφωσης του πολέμου των υποβρυχίων, δηλαδή στο 2ο μισό της δεκαετίας του 70 και τη δεκαετία του 80. Κατασκευάστηκαν συνολικά 62 σκάφη, 23 από τα οποία (μετά το 1982) συχνά αναφέρονται ως ξεχωριστή κλάση (San Juan ή Los Angeles improved). Αναμένεται να συνεχίσουν να αποτελούν τον κορμό της δύναμης επιθετικών Υ/Β του Αμερικανικού Ναυτικού μέχρι το 2015.

SSBN726 Σχηματικό διάγραμμα ενός Ohio SSBN

Το 1981 ξεκίνησε και η ανανέωση του στόλου των SSBN με την καθέλκυση του Ohio. Με εκτόπισμα 18.750 tn (σε κατάδυση) πρόκειται για τα μεγαλύτερα Υ/Β που κατασκευάστηκαν από τις ΗΠΑ και κάθε ένα από αυτά φέρει ισχύ πυρός που ξεπερνά αυτή των περισσοτέρων χωρών του πλανήτη.Τα Υ/Β βαλλιστικών πυραύλων της κλάσης Ohio θεωρούνται τα πιο αθόρυβα Υ/Β που έχουν κατασκευασθεί ποτέ. Οι φήμες αναφέρουν ότι ποτέ κανένα Υ/Β, ούτε καν κάποιο από τα Αμερικανικά Los Angeles, μπόρεσε ποτέ να εντοπίσει και να παρακολουθήσει ένα Ohio.

Από την ενεργοποίηση του πρώτου σκάφους (SSBN 726 Ohio) μέχρι το 1997 (SSBN 743 Louisiana), οπότε και ολοκληρώθηκε η κλάση, καθελκύστηκαν συνολικά 18 Υ/Β τα οποία αποτελούν το ένα σκέλος της πυρηνικής τριάδας των ΗΠΑ. Το κόστος λειτουργίας ενός Ohio ανέρχεται σε $50.000.000 το χρόνο (οικονομικό έτος 1996). Σήμερα ένα Ohio φέρει 26 πυραύλους Trident II(14 σκάφη) και Ι (4 σκάφη) με ακτίνα δράσης 4.000nm.

USSR_SSGN_P949A_k512_Tomck_2 Το Κ-512 Томск (Π949Α Oscar IΙ SSGN

Όταν το 1980 εμφανίστηκε το πρώτο από τα δύο Oscar I SSGN το ΝΑΤΟ πίστευε ότι επρόκειτο για ένα νέο τύπο SSBN. Με εκτόπισμα σε κατάδυση 16.000 tn (στα Oscar II έφτασε τους 20.000 tn) και μήκος 154m ήταν ελάχιστα μικρότερο των Delta III SSBN και των Ohio SSBN. Το μέγεθός του σε συνδυασμό με το διπλό κέλυφος (ένα εσωτερικό σκάφος πίεσης και ένα εξωτερικό υδροδυναμικό σκάφος με 15cm μεταξύ τους γεμισμένα με ηχομονωτικό υλικό) εξασφαλίζει στα Oscar μεγάλες πιθανότητες επιβίωσης ακόμα και από άμεσο πλήγμα συμβατικής τορπίλης, αλλά και εξαιρετική πλευστότητα. Φέρουν 24 πυραύλους cruise κατά σκαφών επιφανείας SS-N-19 με ακτίνα δράσης 300nm. Τα Oscar εξακολουθούν, ακόμα και μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, να περιβάλλονται από μυστικότητα σε ότι αφορά τον ακριβή αριθμό τους, και πολλά από τα τεχνικά χαρακτηριστικά τους. Πιστεύεται ότι κατασκευάστηκαν 2 Oscar I  τα οποία παροπλίστηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 90 και 11 Oscar II, από τα οποία 1 ή 2 παροπλίστηκαν και το Курск χάθηκε στο γνωστό ατύχημα. Επίσης αναφέρεται ότι 2 ακόμα σκάφη είναι υπό κατασκευή. Χωρίς αμφιβολία τα Oscar II είναι από τα πιο εξελιγμένα Υ/Β που έχουν κατασκευαστεί και φέρουν συμβατική ισχύ πυρός η οποία θα μπορούσε να καταστρέψει σε μια εμπλοκή το σύνολο του πολεμικού ναυτικού πολλών χωρών του κόσμου. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις στα μέσα και  τέλη της δεκαετίας του 90 που Υ/Β αυτού του τύπου εντοπίστηκαν σε μικρή απόσταση από τις ακτές των ΗΠΑ να παρακολουθούν μοίρες αεροπλανοφόρων.

P941 Π941 (Typhoon) SSBN

Ένα χρόνο αργότερα, το 1981 εμφανίστηκε ένα Υ/Β που δε θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε άλλο από Υ/Β βαλλιστικών πυραύλων. Το Π941, κατά NATO Typhoon, με μήκος 172m και εκτόπισμα 33.800tn ήταν μεγαλύτερο από τα αεροπλανοφόρα του 2ου παγκοσμίου πολέμου και το μεγαλύτερο Υ/Β που έχει κατασκευασθεί ποτέ. Τα Typhoon φέρουν 20 πυραύλους SS-N-20 με ακτίνα δράσης 5.500nm. Είναι επίσης τα μοναδικά SSBN που έχουν το διαμέρισμα των πυραύλων μπροστά από τον πύργο διακυβέρνησης. Κατασκευάσθηκαν συνολικά 6 σκάφη εκ των οποίων πιστεύεται ότι παραμένουν σε υπηρεσία 3. Και πάλι, όπως και με τα Oscar τα στοιχεία δεν είναι απόλυτα επιβεβαιωμένα.

Όμως η πραγματική ανατροπή της μέχρι τότε υφιστάμενης κατάστασης ήρθε με τα Akula SSN. Αναφέρονται τρεις τύποι, το αρχικό σχέδιο, τα βελτιωμένα Akula και τα Akula II. Η ακριβής κατανομή των 15 σκαφών που κατασκευάσθηκαν στους τρεις τύπους είναι αβέβαιη. Το πιθανότερο είναι ότι τα βελτιωμένα Akula εισήλθαν στην υπηρεσία στα τέλη της δεκαετίας του 80, ενώ τα Akula II στις αρχές της δεκαετίας του 90. Τα βελτιωμένα Akula θεωρείται ότι είναι ισάξια των αρχικών Los Angeles σε ότι αφορά τα επίπεδα θορύβου, αλλά και αρκετές από τις επιχειρησιακές δυνατότητες, ενώ τα Akula II πιστεύεται ότι είναι τουλάχιστο στα επίπεδα των βελτιωμένων Los Angeles. Σε κάθε περίπτωση τα Akula II (μαζί με τα Sierra II) είναι σίγουρα τα πιο «ήσυχα» που κατασκευάστηκαν ποτέ από τη Σοβιετική Ένωση – Ρωσία.

P685 Το Κ-278 Комсомолец

Το μοναδικό Υ/Β του σχεδίου 685 με το Σοβιετικό όνομα Комсомолец (Κομσομόλετς) και το χαρακτηρισμό Mike από το ΝΑΤΟ, παραμένει σε μεγάλο βαθμό μυστηριώδες. Ακόμα και μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης λίγα πράγμα έγιναν γνωστά γι αυτό το σκάφος. Εισήλθε στην υπηρεσία το 1984 και χαρακτηρίστηκε ως SSN. Το πιθανότερο είναι ότι επρόκειτο για Υ/Β δοκιμών με κύριο σκοπό τη δοκιμή εξελιγμένων οπλικών και ηλεκτρονικών συστημάτων. Φαίνεται πώς είχε τη δυνατότητα εκτόξευσης τορπιλών και πυραύλων cruise με συμβατικές και πυρηνικές κεφαλές. Στις 7 Απριλίου 1989 και ενώ βρισκόταν σε βάθος περίπου 200m, και περίπου 100nm νοτιοανατολικά της νήσου Bear, κοντά στις ακτές της Νορβηγίας, το σκάφος αντιμετώπισε μια πυρκαγιά. Παρότι το πλήρωμα κατόρθωσε να ανεβάσει το σκάφος στην επιφάνεια και να πολεμήσει τη φωτιά για περίπου 6 ώρες, τελικά το σκάφος πλημμύρισε, και βυθίστηκε. 41 άτομα βρήκαν το θάνατο ενώ 25 διασώθηκαν. Το Комсомолец  βρίσκεται ακόμα και σήμερα σε βάθος περίπου 1.600m. Επίσημα η Σοβιετική Ένωση είχε δηλώσει ότι το σκάφος είχε ένα αντιδραστήρα νερού υπό πίεση, αλλά εκτιμάται ότι ίσως είχε δύο αντιδραστήρες υγρού μετάλλου, κάτι στο οποίο συνηγορούν το μεγάλο βάθος σύνθλιψης (1.020m) και δευτερευόντως το κέλυφος από κράμα τιτανίου.

Το 1984 εμφανίστηκε και μία ακόμα κλάση SSN, τα Sierra I και αργότερα η εξέλιξή τους σε Sierra II. Είναι γενικά αποδεκτό ότι τα Sierra θα μπορούσαν να είχαν εξελιχθεί στον πιο επικίνδυνο αντίπαλο των Αμερικανικών Υ/Β, όμως το πολύ μεγάλο κόστος κατασκευής σε συνδυασμό με τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις της εποχής Γκορμπατσόφ οδήγησαν στην εξέλιξη των φτηνότερων Akula. Κατασκευάστηκαν μόνο 2 Sierra I και 4 Sierra II, εκ των οποίων 3 παραμένουν σε υπηρεσία.

 

Τα πυρηνικά Υ/Β άλλων χωρών

dreadbought

Dreadnought SSN

Το 1963 εμφανίστηκε το 1ο πυρηνικό Υ/Β τρίτης χώρας. Χρησιμοποιώντας το σκάφος και τον αντιδραστήρα των Αμερικανικών Skipjack η Μεγάλη Βρετανία καθέλκυσε το S101 Dreadnought. Το 1966 ακολούθησε η επιχειρησιακή έκδοση με τη χρήση Βρετανικού αντιδραστήρα και έχοντας λίγο μεγαλύτερο μήκος. Επρόκειτο για τα SSN Valiant, 5 συνολικά, τα οποία φαίνεται ότι αρχικά ήταν προσανατολισμένα σε επιχειρήσεις εναντίον σκαφών επιφανείας. Οι μετασκευές που υπέστησαν τα επόμενα χρόνια τα κατέστησαν και αποτελεσματικά απέναντι σε άλλα Υ/Β.

Το 1968 εμφανίστηκε το 1ο SSBN του Βασιλικού Ναυτικού, σε μεγάλο βαθμό όμοιο με τα Αμερικανικά Lafayette και έφεραν 16 πυραύλους Polaris A3. Το Resolution ήταν το 1ο της κλάσης και το ακολούθησαν άλλα 3.

Το 1973 άρχισε από τη Μεγάλη Βρετανία η ανάπτυξη των 6 Swiftsure SSN τα οποία ήταν μια εξέλιξη των Valiant με σημαντικές βελτιώσεις σε θέματα περιορισμού του θορύβου. Από τα 6 σκάφη της κλάσης τα 5 είναι ακόμα σε υπηρεσία.

xia Xia SSBN

Η Κίνα είχε και αυτή ξεκινήσει τις προσπάθειές της για την ανάπτυξη πυρηνοκίνητων Υ/Β από τη δεκαετία του 50. Όμως χρειάστηκε να φτάσει το 1974 για να εμφανιστεί το Han SSN. Τα 5 Υ/Β της κλάσης έφεραν αρχικά μόνο τορπιλοσωλήνες και παρότι υπέστησαν μετασκευές ώστε να μπορούν να φέρουν πυραύλους κατά σκαφών επιφανείας, οι πληροφορίες αναφέρουν ότι εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντικά προβλήματα στην εκτόξευσή τους. Παράλληλα έχει αναφερθεί ότι το πιο σημαντικό τους πρόβλημα είναι οι υψηλές τιμές ακτινοβολίας στο εσωτερικό του σκάφους. Εξακολουθούν να παραμένουν σε υπηρεσία και οι 5 μονάδες.

H Γαλλία υπήρξε η 1η χώρα που ανέπτυξε SSBN πριν από SSN. Το 1976 εμφανίστηκε το SSBN Redouptable, το οποίο ακολούθησαν άλλα 5. Παραμένουν σε υπηρεσία 2 τα οποία αναμένεται να παροπλιστούν εντός του 2002 ή το 2003. Το πρώτο SSN της Γαλλίας καθελκύστηκε το 1983 (Rubis), δημιουργώντας μια κλάση 4 συνολικά Υ/Β ενώ ακολούθησαν στις αρχές της δεκαετίας του 90, άλλα 2 της κλάσης Amethyste. Το 1997 καθελκύστηκε το 1ο από τα δύο Triomphant SSBN ενώ άλλα 2 είναι υπό κατασκευή.

Για τη Μ. Βρετανία, αναπτύχθηκαν στη δεκαετία του 80 7 SSN της κλάσης Trafalgar και μετά το 1994 4 SSBN της κλάσης Vanguard. Υπό κατασκευή είναι το SSN Astute το οποίο αναμένεται να είναι το 1ο μιας κλάσης που θα αντικαταστήσει τα Swiftsure.

Η Κίνα καθέλκυσε το 1988 το μοναδικό της SSBN (Xia), ενώ πιστεύεται ότι κατασκευάζονται άλλα 2 SSBN και 1 SSN.

Οι τρείς αυτές χώρες εξακολουθούν να αποτελούν τις μοναδικές, εκτός των ΗΠΑ και της Ρωσίας, που έχουν πυρηνικά Υ/Β. Πιθανολογείται ότι η Ινδία έχει ξεκινήσει από τις αρχές της δεκαετίας του 90 πρόγραμμα κατασκευής πυρηνικού Υ/Β.

 

Το μέλλον των πυρηνικών Υ/Β

SSN21 SSN 21 Seawolf

Το μέλλον των πυρηνικών Υ/Β είναι σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένο από την επιλογή της αποστολής την οποία καλούνται να παίξουν σε ένα κόσμο που έχει βγει από τον ψυχρό πόλεμο. Τόσο το Αμερικανικό, όσο και το Ρωσικό Ναυτικό, πέρασαν μια περίοδο έντονο προβληματισμού η οποία θα αναλυθεί στο επόμενο κεφάλαιο που αφορά την επιχειρησιακή δράση των πυρηνικών Υ/Β.

Το πρώτο Υ/Β 4ης γενιάς ήταν αποτέλεσμα της κεκτημένης ταχύτητας από τη δεκαετία του 1980. Το SSN 21 Seawolf καθελκύστηκε το 1997 και ακολούθησε το 1998 το Connecticut, ενώ ένα ακόμα είναι υπό κατασκευή, αν και υπάρχουν έντονες φήμες ότι έχει αποφασισθεί η τροποποίηση σε σχέση με τα αρχικά σχέδια ώστε να καταστεί Υ/Β ειδικών αποστολών.

Τα Seawolf έχουν τη μεγαλύτερη τακτική ταχύτητα (η τιμή ταχύτητας στην οποία το Υ/Β εξακολουθεί παράγει θόρυβο κάτω από κάποια αποδεκτά επίπεδα εντοπισμού)  από οποιοδήποτε Αμερικανικό Υ/Β. Λέγεται ότι το Seawolf κινούμενο με 25 knts είναι πιο «ήσυχο» από ότι ένα Los Angeles δεμένο στην προβλήτα. Επίσης η χρήση χάλυβα τύπου HY-100 (σε σχέση με τον HY-80 που χρησιμοποιούνταν στο παρελθόν), φέρεται να έχει κατεβάσει το βάθος επιχειρήσεων του σκάφους γύρω στα 550m (σύμφωνα με άλλες πηγές στα 650m).

Το πολύ υψηλό κόστος κατασκευής των Seawolfs (με περίπου 2,8 δισεκατομμύρια δολάρια ανά σκάφος που προέβλεπε ο αρχικός προϋπολογισμός για 12 σκάφη, ήταν το πιο ακριβό στην ιστορία του Αμερικανικού Ναυτικού)  σε συνάρτηση με την απομείωση των εντάσεων του ψυχρού πολέμου, ανάγκασε το Αμερικανικό Ναυτικό να ακυρώσει τα υπόλοιπα 9 σκάφη. Έτσι σχεδιάστηκε ένα νέο SSN το οποίο αν και χρησιμοποιεί τα περισσότερα συστήματα του Seawolf θα είναι σαφώς φτηνότερο. Το 1ο Υ/Β της κλάσης, το SSN774 Virginia, είναι υπό κατασκευή, και αναμένεται να παραδοθεί το 2004. Συνολικά έχουν προγραμματισθεί 18 σκάφη μέχρι το 2015.

 

 688 cold war submarines
 
732 submarine design
 
689 crazy ivan
 
690 blind man 

Σχέδια για ένα νέο τύπο SSBN από τις ΗΠΑ δεν έχουν γίνει γνωστά και το πιθανότερο είναι ότι βάσει της παρούσας γεωπολιτικής κατάστασης δεν υπάρχουν σκέψεις για κάτι τέτοιο. Αντίθετα έχει ληφθεί η απόφαση μετατροπής 4 Ohio σε SSGN με δυνατότητα μεταφοράς πυραύλων Tomahawk.

Η Ρωσία φέρεται να έχει σε εξέλιξη πρόγραμμα SSN και SSBN. Το Π885 SSN είναι πιθανότατα μια εκτεταμένη βελτίωση των Akula II και παρότι είναι στη φάση της κατασκευής εδώ και τουλάχιστο 6 χρόνια παραμένει άγνωστο το πότε θα παραδοθεί. Το Π935 SSBN βρίσκεται επίσης στη φάση της κατασκευής η οποία έχει σταματήσει καθώς ο νέος τύπων πυραύλων που θα έφερε έχει προβλήματα στην εξέλιξη και ίσως χρειαστεί τροποποιήσεις για να φέρει τους παλιότερους πυραύλους. Το P935 θα είναι αρκετά μικρότερο από τα Typhoon, παραμένει όμως άγνωστο αν και πότε θα παραδοθεί.

Στη χρονική περίοδο μετά το 2ο ΠΠ η εξέλιξη Υ/Β συμβατικής πρόωσης είχε σε μεγάλο βαθμό υποβαθμιστεί. Αξίζει να αναφερθεί ότι ένα Υ/Β του 1911 τύπου U9 είχε αυτονομία σε κατάδυση 80nm με ταχύτητα 5knts. Το 1944 ένα Υ/Β τύπου XXI έφτανε σε κατάδυση τα 360nm με 5knts. Το 2000 ένα Ρωσικό Kilo ή ένα Γερμανικό τύπου 209, όπως αυτά που έχει το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό έχει αυτονομία κατάδυσης 400nm με 4 knts. Ουσιαστικά δηλαδή η εξέλιξη μετά το 2ο ΠΠ υπήρξε μηδενική. Η κατάσταση άλλαξε τα τελευταία 15 χρόνια με την εξέλιξη των συστημάτων πρόωσης τα οποία είναι ανεξάρτητα αέρα (Air Independent Propulsion – AIP), επιστρέφοντας ουσιαστικά στα σχέδια των Y/B Walter. Οι προσπάθειες των Αμερικανών και των Σοβιετικών μετά τον πόλεμο για την εξέλιξη Υ/Β AIP ουσιαστικά εγκαταλείφθηκαν λόγω της εξέλιξης της πυρηνικής πρόωσης.

Τα πρώτα Υ/Β που εμφανίστηκαν με AIP ήταν τα Σουηδικά Gotland to 1996. Με αντίστοιχα συστήματα έχουν εφοδιαστεί τα Γερμανικά τύπου 212 και τα Γαλλικά Agosta 90B. Αυτού του τύπου τα Υ/Β έρχονται να αμφισβητήσουν σε μεγάλο βαθμό την κυριαρχία των πυρηνικών Υ/Β τουλάχιστο σε επιχειρήσεις σε κλειστές θάλασσες ή κοντά στις ακτές.

 

Οι αντιδραστήρες των Υ/Β

Οι αντιδραστήρες που χρησιμοποιήθηκαν στα πυρηνικά υποβρύχια ήταν και είναι κυρίως αντιδραστήρες νερού υπό πίεση (PWR). Χαρακτηρίζονται έτσι λόγω του ότι το ψυκτικό του πρωτεύοντος κυκλώματος που χρησιμοποιείται για την απαγωγή της θερμότητας από την καρδιά του αντιδραστήρα και την παραγωγή ατμού στο δευτερεύον κύκλωμα, είναι νερό υπό πίεση ώστε να αποφεύγεται ο βρασμός στην καρδιά του αντιδραστήρα.

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά είναι η χρησιμοποίηση καυσίμου με υψηλό βαθμό εμπλουτισμού του ουρανίου. Σήμερα το ποσοστό εμπλουτισμού κυμαίνεται από 20-25% για τα Αμερικανικά Υ/Β και σε περίπου διπλάσιες τιμές για τα Ρωσικά. Να σημειωθεί ότι ο αντίστοιχος βαθμός εμπλουτισμού για ένα αντιδραστήρα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας είναι 3-4%.

Η Σοβιετική Ένωση ήταν η μοναδική χώρα που χρησιμοποίησε σε επιχειρησιακά Υ/Β αντιδραστήρες ψυχόμενους από υγρό μέταλλο (LMR) (το μοναδικό Αμερικανικό Υ/Β που έφερε LMR ήταν το SSN575 Seawolf στο οποίο όμως ο αντιδραστήρας αντικαταστάθηκε με PWR μετά από σύντομο χρονικό διάστημα). Το βασικό τους πλεονέκτημα είναι ότι παράγουν περισσότερη ενέργεια έχοντας μικρότερο μέγεθος από τους PWR. Ουσιαστικά χρησιμοποιήθηκαν μόνο στο Κ-27, το μοναδικό του Σχεδίου 627 ZhTS και στα 7 Υ/Β της κλάσης Alfa. Το μέταλλο που χρησιμοποιούνταν ως ψυκτικό ήταν ένα μίγμα μολύβδου-βισμουθίου με σημείο πήξης στους 125ο C και σημείο βρασμού στους 1.680o C.

Η θερμική ισχύς των αντιδραστήρων των Υ/Β κυμαίνεται από 50-190 MW ανάλογα με το μέγεθος του Υ/Β. Τα Ρωσικά, Αμερικανικά και Βρετανικά υποβρύχια χρησιμοποιούν ατμοστρόβιλους για τη μετάδοση της κίνησης στον άξονα της προπέλας, ενώ τα Κινεζικά και Γαλλικά υποβρύχια χρησιμοποιούν τον ατμό για την παραγωγή ηλεκτρισμού, ο οποίος κινεί το σκάφος. Τα περισσότερα Ρωσικά υποβρύχια κινούνται από 2 αντιδραστήρες, ενώ τα Αμερικανικά, Βρετανικά, Γαλλικά και Κινεζικά από 1.

 

Η συνολική εικόνα σε αριθμούς

Μέχρι σήμερα αναπτύχθηκαν από τη Σοβιετική Ένωση τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία και την Κίνα, 29 κλάσεις SSNs με συνολικά 253 Υ/Β, 17 κλάσεις SSBNs με συνολικά 167 Υ/Β και 6 κλάσεις SSGNs με συνολικά 66 Υ/Β. Στον πίνακα 1 καταγράφονται οι συνολικοί αριθμοί πυρηνικών υποβρυχίων που κατασκευάσθηκαν από κάθε χώρα, καθώς επίσης και τα σκάφη που παραμένουν εν ενεργεία.

Στους πίνακες 2, 3, και 4 καταγράφονται για κάθε χώρα οι αριθμοί σκαφών ανά κλάση και τα βασικά τεχνικά χαρακτηριστικά κάθε κλάσης.

Πίνακας 1: Η συνολική «παραγωγή» πυρηνικών Υ/Β

table1

 

Πίνακας 2: Τα Αμερικανικά πυρηνικά Υ/Β

table2

 

Πίνακας 3: Τα Σοβιετικά-Ρωσικά πυρηνικά Υ/Β

table3

 

Πίνακας 4: Πυρηνικά Υ/Β άλλων χωρών

table4

 

 


Οι τεχνολογικές εξελίξεις στην κατασκευή υποβρυχίων | Τα πυρηνικά υποβρύχια στον Ψυχρό Πόλεμο

Ατυχήματα πυρηνικών υποβρυχίων Πυρηνοκίνητα σκάφη & περιβάλλον |


 

littletextΣχολιάστε το παραπάνω άρθρο  


το forum του e-telescope.gr

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Ο ανήθικος πολιτικός αναλφαβητισμός της τρομοκρατίας

Η λογική της τρομοκρατικής επίθεσης με φάκελο-βόμβα είναι σαν το ψάρεμα. Οι τρομοκράτες τους στέλνου...

Το φιλελεύθερο αίτημα διαχωρισμού εκκλησίας - κράτους

Η πρόσφατη δήλωση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, κ. Μητσοτάκη, αναφορικά με το θέμα δια...

Η Πέμπτη Εποχή

Μέσα στα πανάρχαια μυστικά του πλανήτη μας, όταν ακόμα αυτός ήταν λάβα και νερό, βρίσκεται η αλήθεια...

Η Τεχνολογια ως θεραπαινίδα της Τέχνης

Η σύνδεση τεχνολογίας και τέχνης είναι δεδομένη. Οι δυο όροι, τέχνη και τεχνική (και σήμερα τεχνολογ...