Οι στίχοι του μοιάζουν με φωνή που έρχεται από μια άλλη, απροσδιόριστα μυστηριακή, διάσταση και καταφέρνει να αγγίξει ψυχικές χορδές που ίσως ο αναγνώστης-ακροατής του να μην ήξερε ότι υπάρχουν. Ο Καββαδίας δεν είναι απλά ένας ποιητής, δεν είναι καν άνθρωπος των γραμμάτων. Η ποίησή του, βαθιά ανθρώπινη και συνάμα σκληρά επαναστατική, είναι εξομολόγηση και κραυγή, κάλεσμα και ξόρκι.
Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε το 1910 σε μια μικρή πόλη της Μαντζουρίας από Κεφαλλονίτες γονείς. Η οικογένειά του επέστρεψε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στον Πειραιά όταν αυτός πήγαινε στο Δημοτικό. Εκεί ολοκλήρωσε και τη βασική του εκπαίδευση. Το 1928 έδωσε εξετάσεις στην ιατρική την οποία όμως δεν μπόρεσε να παρακολουθήσει καθώς μια βαριά αρρώστια του πατέρα του τον ανάγκασε να δουλέψει. Μπάρκαρε για πρώτη φορά το 1929. Το 1939 πήρε το δίπλωμα του ασυρματιστή, αλλά ο 2ος ΠΠ τον οδήγησε στο Αλβανικό μέτωπο και τον κράτησε στη στεριά σε όλη την περίοδο της κατοχής. Ξαναμπάρκαρε το 1944 και δε σταμάτησε να ταξιδεύει μέχρι το θάνατό του το 1975.
Το έργο του αποτελείται από τις ποιητικές συλλογές "Μαραμπού" (1933), "Πούσι" (1947) και "Τραβέρσο" (1975), το σύντομο μυθιστόρημα "Βάρδια" (1954) και τα μικρά πεζά "Λι" και "Του πολέμου/Στο άλογό μου" που κυκλοφόρησαν το 1987.
Βασικοί άξονες του έργου του Καββαδία είναι η θάλασσα, τα ταξίδια και η ζωή των ναυτικών. Όμως γράφοντας σε αυτούς τους άξονες κατορθώνει να ξεφύγει από κάθε χωροχρονικό φραγμό. Η ποίησή του δεν έχει εποχή και οι τόποι που περνάνε μέσα από τους στίχους του χρησιμοποιούνται περισσότερο για να δημιουργήσουν ατμόσφαιρα. Δε στοχεύει στο να περιγράψει τόπους, ούτε τους νοσταλγεί, άλλωστε δεν έπαψε να ταξιδεύει, δεν έχει μανία φυγής γιατί ποτέ δεν "υπήρξε" κάπου περιορισμένος.
Πολλοί έχουν χαρακτηρίσει τον Καββαδία απαισιόδοξο, μάλιστα έχουν προχωρήσει σε συγκρίσεις με τον Καρυωτάκη. Πράγματι ο λόγος του δεν είναι λαμπερός, όμως δεν έχει τόνους παραίτησης ή απογοήτευσης. Είναι ένας γνήσια βιωματικός ποιητής ο οποίος μέσα από τη δουλειά του δίνει με λέξεις το στίγμα του από την πρώτη του κιόλας συλλογή, το Μαραμπού:
Και έμεινε σταθερός σε αυτή του την υπόσχεση μέχρι το θάνατό του. Ταξίδεψε και λάτρεψε θάλασσες λιμάνια και ανθρώπους, τους τραγούδησε μέσα από στίχους μοναδικής ψυχικής καθαρότητας. Και έφυγε μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές αφήνοντάς μας τις σκέψεις και τους λόγους του για να προσεγγίσουμε εμείς τις θολές γραμμές των οριζόντων που ο ίδιος ατένισε, αλλά μάλλον δε θέλησε να διασχίσει.
Ο άνθρωπος, με τη μορφή του ναυτικού είναι το κύριο πρόσωπο της ποίησης του Καββαδία. Η ψυχολογική του κατάσταση ξετυλίγεται μέσα από μια σειρά καταστάσεων. Στο Κουρο Σίβο προσπαθεί να ισορροπήσει σε δύο παράλληλες πραγματικότητες:
Στο Πούσι στη μια στροφή περιπλανιέται στα οράματα μιας νυχτερινής βάρδιας:
Και σε μια επόμενη αναζητά την αντιπαράθεση, προσδοκεί την αντίσταση κόντρα στην παθητική απλή ύπαρξη:
Το αίσθημα της συναδελφικότητας, του στενού δεσίματος μεταξύ ανθρώπων που έχουν μοιραστεί εμπειρίες ζωής είναι διάχυτο στην ποίησή του. Στα Σταυρό του Νότου ξετυλίγει μια ιστορία ζωής. Ξεκινώντας από την πρώτη στροφή δίνει μια αναγνωρίσιμη εικόνα και ένα τόνο κατάνυξης:
Για να φτάσει σε μια σιωπηλή κραυγή ζεστής ανάμνησης στην τελευταία:
Και βέβαια οι γυναίκες. Ο Καββαδίας είναι βαθιά ερωτικός, όχι όμως με την κοσμική-αστική έκφραση των ρομαντικών, αλλά με ένα αρχέγονο και βασανιστικά αληθινό τρόπο. Αγαπημένες των οποίων η ανάμνηση στοιχειώνει τις βάρδιες, γυναίκες άπιστες σε Οθελικές καταστάσεις, γυναίκες κοινές. Στις κοινές γυναίκες ο ποιητής-ναυτικός βρίσκει αδελφές ψυχές, συντρόφους στα ταξίδια στις γωνίες του κόσμου. Προσπαθεί μέσα από το στίχο του να τις ευχαριστήσει και να τις αποκαταστήσει απέναντι στη αστική κοινωνία.
Και βέβαια σταθερή αξία παραμένει η μάνα, σημείο αναφοράς για το ναυτικό, η μόνη γυναίκα που σίγουρα κουβαλά πάντα τη σκέψη και την έγνοια του:
Ο Καββαδίας δεν είναι πολιτικός ποιητής, είναι όμως βαθιά επαναστάτης με ένα ήρεμο, γνήσια προσωπικό τρόπο. Η επαναστατικότητά του συγχωνεύεται με το αίσθημα ανεξαρτησίας και προσωπικής ελευθερίας και περνά όχι ως πολιτική άποψη, αλλά ως στάση και θέση ζωής. Στο Federico Garcia Lorca:
Τί είναι όμως αυτό που κατορθώνει να τραβά τον αναγνώστη στην ποίηση του Καββαδία. Οι λέξεις είναι δύσκολες, συχνά άγνωστες, το νόημα των στίχων απροσδιόριστο, το ύφος σχεδόν υπερφυσικό. Αρκετοί υποστηρίζουν ότι είναι η εξωτική χροιά των στίχων του που τραβά τους ανθρώπους. Είναι όμως μάλλον άδικο να χαρακτηριστεί εξωτικός. Φαίνεται πως με ένα παράξενο τρόπο, ακόμα και ο στεριανός που ποτέ δεν έχει ταξιδέψει με καράβι, ταυτίζεται με το στίχο του Καββαδία, αναγνωρίζει σε αυτόν κάποιο κομμάτι του εαυτού του, Είναι και η δύναμη του στίχου, δύναμη που πηγάζει τόσο από το περιεχόμενο του λόγου, όσο και από την εκφορά του. Η ποίησή του δεν είναι δυνατό να περάσει απαρατήρητη, ο Καββαδίας δεν μπορεί απλά να αρέσει, λατρεύεται.
Ο αναγνώστης ή ακροατής του εισπράττει τους στίχους του με ένα βαθιά προσωπικό τρόπο και αυτή τελικά είναι η μεγάλη του επιτυχία. Επικοινωνεί προσωπικά μαζί του και τον μετατρέπει σε σύντροφο και συνταξιδιώτη. Πλάθει ένα κόσμο μέσα στον οποίο καλεί τον αναγνώστη να ταξιδέψει μαζί του και τελικά να χαθεί μαζί του κάπου κοντά στις θολές γραμμές των οριζόντων.










